Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχοπαθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχοπαθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Τα δυνατά στοιχεία των προσωπικοτήτων που έχουν αναπτύξει ψυχοπαθολογία




Μπορεί να φαίνεται παράδοξο αλλά κάθε άνθρωπος, όσο δυσλειτουργικός κι αν είναι έχει κάποιες κλίσεις, κάποια ταλέντα, κάποια δυνατά σημεία.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που κάποιος πάσχει από κάποιο ψυχικό πρόβλημα.

Αντί λοιπόν να δουλεύουμε επικεντρωμένοι μόνο πάνω στα μειονεκτήματα και τις «βλάβες» της α-σθένειας, θα πρέπει να δουλεύουμε και με στόχο την ενίσχυση των θετικών στοιχείων της προσωπικότητας-τα οποία ως τότε συνδυάστηκαν επιβλαβώς με άλλα και οδήγησαν στη δημιουργία της ψυχοπαθολογίας. 

 Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να υποχωρήσει η πάθηση, κάτι που δεν γίνεται φυσικά από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά σταδιακά, κυρίως ενισχύοντας στοιχεία της κάθε προσωπικότητας, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν δημιουργικά, ενδυναμώνοντας την ταυτότητα.

Παρόλο που κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, όταν αντιμετωπίζουμε ανθρώπους με ίδια συμπτώματα, τα οποία τους κατατάσσουν σε μία κλινική κατηγορία (που θα πρέπει με μεγάλη επιφύλαξη να λαμβάνουμε υπόψη, καθώς ποτέ δεν την συναντάμε με τον ίδιο τρόπο που την περιγράφουν εγχειρίδια όπως το DSM) παρατηρούμε ότι διαθέτουν και κάποια κοινά στοιχεία προσωπικότητας.

Διαπιστώνουμε επίσης ότι κάθε ψυχοπαθολογία συνδυάζεται με ειδικά στοιχεία προσωπικότητας τα οποία εφόσον υποχωρήσει η ψυχοπαθολογία, δεν είναι απαραίτητα αρνητικά ή δυσλειτουργικά. Τα ίδια αυτά στοιχεία είναι συνήθως και αυτά που οδήγησαν στην ανάπτυξη των συμπτωμάτων. Και εδώ αυτό που πρέπει να δούμε αλλά και να κάνουμε είναι να κάνουμε τον ασθενή να δει και να αναστοχαστεί ότι το κάθε νόμισμα έχει δυο πλευρές. Αυτό που αρρωσταίνει, ενίοτε, μπορεί να είναι κι αυτό που δυναμώνει, εφόσον υπάρξουν συστημικές αλλαγές, μέσα από τη θεραπεία, στα σχήματα μέσα στα οποία αυτά τα στοιχεία έχουν εκφραστεί και συνδυαστεί με άλλα.

Ας δούμε όμως, βάση της κλινικής ορολογίας ποια είναι κάποια από αυτά τα κοινά στοιχεία που βλέπουμε σε  συγκεκριμένες παθήσεις, πάνω στα οποία μπορούμε να δουλέψουμε κλινικά για να μετασχηματιστούν προς όφελος του υποκειμένου ( η λίστα των παθήσεων δεν εξαντλείται εδώ, αλλά οι περιπτώσεις που αναφέρονται αποτελούν παράδειγμα):
1)     Κρίση πανικού: Παρατηρούμε ότι στις κρίσεις πανικού ο άνθρωπος τείνει να επιθυμεί να έχει τον έλεγχο. Είναι οργανωτικός και προσκολλημένος συνήθως στη λογική, έχει αίσθημα ευθύνης. 
2)      Φοβία: Ο φόβος επιφέρει μία μεγαλύτερη επικέντρωση στην προσοχή κι άρα θα λέγαμε ότι ο φοβικός μαθαίνει να κάνει προσεκτικές κινήσεις και δεν δρα σπασμωδικά.
3)      Υστερία: Ο υστερικός γνωρίζει καλά το παιχνίδι της σαγήνης, είναι γενικά γοητευτικός και εκφράζει άμεσα το συναίσθημα. Συνήθως διαθέτει υποκριτικές ικανότητες.
4)      Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση: Ο ιδεοψυχαναγκαστικός είναι ακριβής και διακρίνεται από συνέπεια. Επίσης, όπως και ο παρανοϊκός μπορεί να καταπιαστεί με την λεπτομέρεια και άρα θα μπορούσε να αναπτύξει επιστημονική σκέψη.
5)      Κατάθλιψη: Όσο δύσκολο κι αν είναι να βρούμε εδώ θετικά, καθώς το συναίσθημα της θλίψης είναι κατακλυσμιαίο, θα λέγαμε ότι ο καταθλιπτικός γνωρίζει την ενδοσκόπηση και μπορεί να βρίσκει καταφύγιο στο ναρκισσισμό του-χωρίς να αποζητά συνεχώς την παρέα των άλλων για να μην αισθάνεται μόνος.
6)      Μανία: Ο μανιακός είναι συνήθως η ψυχή της παρέας γιατί έχει πολλή ενέργεια που ξοδεύει γύρω του. Διαθέτει αυθορμητισμό.
7)      Ψύχωση: Η ψύχωση δίνει μία ιδιαίτερη αντίληψη της πραγματικότητας που μπορεί να οδηγήσει σε κάποιες περιπτώσεις και σε ιδιοφυία εφόσον φύγουν τα ψυχωσικά συμπτώματα. Επίσης, οι ψυχωσικοί διαθέτουν μεγάλη ευαισθησία και φαντασία.
8)      Παράνοια (μία μορφή ψύχωσης): Στην παράνοια το υποκείμενο λαμβάνει πολύ σοβαρά μία λεπτομέρεια κι από αυτήν πλάθει ένα σενάριο. Η επικέντρωση στην λεπτομέρεια θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον σε αναλυτική και επιστημονική σκέψη εφόσον αντιμετωπιστεί η ψυχοπαθολογία και μέσα από τη θεραπεία λάβει υπόψη και τη συνολική κατάσταση.
9)      Εξαρτητικός: Έχει μάθει να διαθέτει ενσυναίσθηση, ώστε να μπορεί να αντιλαμβάνεται την επιθυμία του άλλου, την οποία και υπηρετεί όσο βρίσκεται στην εξάρτηση. Η κακή σχέση που έχει μάθει να συνάπτει με τα όρια, θα μπορούσε να οδηγήσει και σε μεγάλα επιτεύγματα εφόσον αντιμετωπιστεί η καταστροφική συμπεριφορά. Καλός στη θεωρία.
110)   Ψυχοσωματικός: Διαθέτει αυτοέλεγχο και ικανός στην σκέψη (εγκεφαλικός).

Θα πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι τα παραπάνω δεν έχουν ως στόχο την ωραιοποίηση της ασθένειας, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν κλινικά για την ενίσχυση της ταυτότητας και για την αντιμετώπιση των παθήσεων. 

Επίσης, δεν σχετίζονται με τα δευτερογενή οφέλη της κάθε ασθένειας-τα οποία θα τα εξετάσουμε σε άλλη περίπτωση. 

Μερικά από αυτά τα στοιχεία θα αλλάξουν για να μπορέσει να υποχωρήσει η ασθένεια, αλλά ποτέ δεν θα εξαλειφθούν τελείως. Έτσι, κάποιος που είναι πολύ λογικός για παράδειγμα μέσα από τη θεραπεία αναπτύσσει και τη φαντασία-χωρίς να χάνει τη λογική, ενώ αυτός που ελέγχει υπερβολικά την έκφραση του συναισθήματος και το βγάζει σε ψυχοσωματικό σύμπτωμα θα αναπτύξει επίγνωση του συναισθήματος, καλύτερη έκφρασή του μέσα από άλλες διεργασίες και όχι μέσα από την ασθένεια ενώ ο αυτοέλεγχος θα λειτουργεί όποτε χρειάζεται σε ειδικές συνθήκες.

Καμία ψυχοπαθολογία δεν στερείται του ψυχικού πόνου και της οδύνης. Καμία δεν είναι λειτουργική για τη ζωή, αντίθετα δυσκολεύει πολύ τη λειτουργικότητα και την καθημερινότητα του υποκειμένου και τις σχέσεις με το περιβάλλον του.

Ωστόσο η θεραπεία παραμένει πάντα μία δυνατότητα, εφόσον ο άνθρωπος καταλάβει ότι δεν έχει αίσιο μέλλον, αλλά ούτε και παρόν, μένοντας προσκολλημένος στην ασθένεια. Και θεραπεία δεν σημαίνει πλήρη αλλαγή ταυτότητας, αλλά ενδυνάμωση και ανάπτυξη παράλληλα με εγκατάλειψη μη λειτουργικών σχημάτων συμπεριφορών και μαθημένων ρόλων.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

O πολιτισμός πατρίδα και μήτρα της ψυχικής ασθένειας


Οι έννοιες της ψυχικής ασθένειας, ως έλλειψης σθένους, καθώς και αυτή της αρρώστιας, ως έλλειψης ρώμης, συνδέονται με την ιατρικοποίηση της ψυχικής δυσκολίας σήμερα, όμως, αν ανατρέξουμε στις ετυμολογίες τους μας δίνεται η δυνατότητα για παραγωγή και νέων συνειρμών και αναπαραστάσεων.

Αν και η ψυχανάλυση έχει κατηγορηθεί από πολλούς, ως μία μέθοδος κλεισμένη στο ατομικό, ο ίδιος ο εμπνευστής της καταλήγει, ιδιαίτερα, προς τα τέλη της ζωής του να γράφει ψυχαναλυτικά κείμενα με ξεκάθαρα κοινωνικό χαρακτήρα, όπως το «Τοτέμ και Ταμπού», ο «Πολιτισμός πηγή δυστυχίας», «Ο Μωυσής και ο Μονοθεϊσμός» κείμενα που σχετίζονται με τις κοινωνικές επιστήμες όπως είναι η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και η θρησκειολογία.

Το νορμάλ και το μη νορμάλ δεν καθορίζεται παρά μόνο στατιστικά μέσω της περίφημης καμπύλης του Gauss. Όποιοι βρίσκονται κοντά στο κέντρο της θεωρούνται νορμάλ-δηλαδή υπόκεινται σε μία κανονικότητα βασισμένη από την πλειοψηφία-ενώ όσοι παρεκλίνουν από το κέντρο παρεκλίνουν και από το κανονικό.


Ο Φρόυντ κατάφερε κι έφτιαξε μία από τις πιο ευφυείς θεωρίες της ανθρωπότητας δουλεύοντας κλινικά με ασθενείς της Βιέννης των μέσων του 19ου αιώνα. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν ένα συγκεκριμένο προφίλ, ήταν κυρίως γυναίκες αστικής τάξης που ενδιαφέρονταν για τη γνώση. Πολλές από αυτές ήταν εβραίες, όπως και ο ίδιος ο Φρόυντ. Αντίθετα, ελάχιστες Αυστριακές γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων ενδιαφέρθηκαν για την ψυχανάλυση, καθώς ήταν αρκετά απασχολημένες με άλλες κοσμικές δραστηριότητες και καθήκοντα και μέσα στην κουλτούρα τους δεν υπήρχε το πρόταγμα της μόρφωσης και της γνώσης, όπως συμβαίνει στην εβραϊκή κουλτούρα.

Η ιστορικοκοινωνική περίοδος του Φρόυντ ήταν η εποχή της νεύρωσης.
Η νεύρωση εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα μίας σύγκρουσης ανάμεσα στην ενορμητική επιθυμία (Αυτό) και το εσωτερικευμένο σύστημα κανόνων (Υπερεγώ). Έτσι, σε κάθε περίοδο, ή ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον, που το υπερεγώ γίνεται περισσότερο αυστηρό έχουμε την εμφάνιση των νευρώσεων. Θα μου πείτε και πού βρίσκεται ο ρόλος της οικογένειας, για τον οποίο κάνουμε τόσο λόγο οι Ψ.; Η οικογένεια είναι ο βασικότερος θεσμός των κοινωνικών προταγμάτων και εκφράζει αυτό που χαρακτηρίζει την κάθε ιστορική περίοδο και τον κάθε πολιτισμό ως φορέας. Το έργο της συμπληρώνεται από άλλους θεσμούς, όπως είναι το σχολείο, η εκκλησία κλπ.

Με την σεξουαλική απελευθέρωση του Μάη του ’68, την εμφάνιση του χαπιού και τον έλεγχο των γεννήσεων, η σεξουαλικότητα απενοχοποιήθηκε. Η σύγκρουση ανάμεσα στην ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας και στους εσωτερικευμένους κανόνες ελαττώθηκε, έως εξαφανίστηκε και αυτό είχε ως συνέπεια την μείωση των νευρώσεων στο γενικό πληθυσμό της Ευρώπης.

Σήμερα, έχουμε μεγάλη αύξηση ναρκισσιστικών διαταραχών, που φυσικά κι αυτές σχετίζονται με την εποχή. Μία εποχή που δίνει μεγάλη έμφαση στο άτομο και όχι στη συλλογικότητα, που χρειάζεται καταναλωτές, που δίνει προτεραιότητα στο εφήμερο και όχι στο διαρκές...Η αύξηση των διαζυγίων αλλά και το εφήμερο των σχέσεων ανήκουν σε αυτή τη σφαίρα. Ο ατομικός καθρέφτης γίνεται περισσότερο πολύτιμος σήμερα από το πρόσωπο του άλλου. Βυθισμένοι σε μία ψευδονιρβάνα αυτάρκειας και αυτονομίας, κάθε δεσμός εμπεριέχει στοιχεία επικίνδυνα για την διατάραξη αυτής της ισορροπίας.

Στις μέρες μας, η μοναξιά είναι ίσως το πιο συχνό ψυχικό χαρακτηριστικό στον δυτικό άνθρωπο της πόλης. Μία μοναξιά που σχετίζεται με τη ρήξη από τον κοινωνικό ιστό, και άλλοτε βιώνεται απειλητικά ενώ άλλοτε αναζητείται ως ιδεώδες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι άλλοι παύουν να υφίστανται ως υποκείμενα. Εργαλιοποιούνται και γίνονται χρηστικά αντικείμενα, εξαρτήματα τα οποία εύκολα μπορεί κανείς να αντικαταστήσει. Στην πραγματικότητα όμως, η εργαλιοποίηση έχει συμβεί στο ίδιο το υποκείμενο πρωτίστως.

Έτσι, όταν κάποιος έχει παραδείγματος χάρη αϋπνία, θα καταφύγει σε ένα χάπι και θα προκαλέσει τεχνητά τον ύπνο, έναν ύπνο στερημένο από όνειρα (τα υπνωτικά μειώνουν δραστικά την παραγωγή ονείρων), προκειμένου να μπορεί να λειτουργήσει καλά την επόμενη μέρα ως μηχανή στο εργοστάσιο παραγωγικότητας.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη φετιχοποίηση του έρωτα. Ο έρωτας για τον έρωτα κι όχι για κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτός ο έρωτας, ο ερωτευμένος με τον εαυτό του, έχει να κάνει με ένα ατομικό ιδεώδες, με μία φαντασίωση περισσότερο παρά με την πραγματικότητα του αντικειμένου. Ως τέτοιος, έχει ημερομηνία λήξης και βέβαια εκεί επέρχεται η αντικατάσταση του αντικειμένου.

Το σεξ επίσης έχει αποσυνδεθεί από τον έρωτα, αφού ο άλλος έχει αποπροσωποποιηθεί. Όπως και το φαγητό, στα φαστ φουντ, έτσι και το σεξ έχει ως στόχο όλο και περισσότερο την κάλυψη της βιολογικής ανάγκης κι όχι την ερωτική ένωση. Αποκομμένο από την τρυφερότητα, με ένα σώμα που λειτουργεί τμηματικά-με έμφαση στα αναπαραγωγικά όργανά του-συμπληρώνει το σκληρό περίβλημα του ναρκίσσου και τον προφυλάσσει από τον κίνδυνο της συν-ουσίας, δηλαδή της συγχωνευτικής ερωτικής εμπερίας-με τον άλλο. Ενώ το σεξ δεν απαιτεί παρά μόνο την ενόρμηση, ο έρωτας περιλαμβάνει και την επιθυμία για τον συγκεκριμένο άλλο.

Η αποερωτικοποίηση είναι το χαρακτηριστικό του σημερινού ναρκισσιστικού και ατομικιστικού κόσμου. Χάρην ενός ιδεώδους αυτάρκειας και ψευδοαυτονομίας, καταργείται η επιθυμία και αντικαθίσταται από ψευδοανάγκες. Η ποσότητα προηγείται της ποιότητας και το ζητούμενο γίνεται η κατανάλωση.

Η εικόνα και η επιφάνεια αναδεικνύονται πιο ισχυρές από το ουσιώδες και περιεχόμενο, το έχειν αντικαθιστά το είναι. Μέσα σε αυτό το κλίμα, έχουμε δραματική αύξηση των διαταραχών που έχουν να κάνουν με τη λήψη κάποιας ουσίας-ως αντικατάσταση της απούσας ουσίας-νοήματος-που μπορεί να είναι αλκοόλ, τοξικές ουσίες ή η σχέση με το φαγητό.

Ας δούμε την ανορεξία, μία διαταραχή που εμφανίζεται στην κοινωνία της αφθονίας, ενώ δεν υπάρχει ούτε για δείγμα σε φτωχειές περιοχές ή περιόδους, όπως σημερινά αφρικανικά κράτη. Η λατρεία της εικόνας αλλά και η ενσωμάτωση του προτύπου του μοντέλου της πασαρέλας-ως μοντέλο που προτάσσει η εποχή-και η ενσάρκωσή του από το έφηβο κορίτσι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόλυτης σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στο κοινωνικό και το ατομικό, μίας σχέσης που διαμεσολαβείται από την οικογένεια-φορέα.Η ανορεξία, αλλά και πάρα πολλές διαταραχές, θα μπορούσαν να αποτελούν το παράδοξο της συνύπαρξης τόσο της συμμόρφωσης με το κοινωνικό πρόταγμα όσο και της ανταρσίας του υποκειμένου σε αυτό.

Σήμερα με την κρίση που ζούμε στην Ελλάδα, έχουμε μεγάλη έξαρση καταθλίψεων και αγχωδών διαταραχών. Η στρατηγική ενοχοποίησης του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τον φόβο που απλόχερα προσφέρουν τα MME έχουν κυρίως δύο ψυχικά αποτελέσματα: Το πρώτο έχει να κάνει με την στροφή της επιθετικότητας προς το ίδιο το υποκείμενο (αφού «φταίει»). Η επιθετικότητα που δεν βρίσκει άλλους τρόπους να εκφραστεί και παραμένει ενδογενής ή στρέφεται προς το υποκείμενο, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην κατάθλιψη, γιαυτό και το καταθλιμμένο υποκείμενο αυτοκατηγορείται και έχει χαμηλή εικόνα εαυτού. Το δεύτερο αποτέλεσμα της παραγωγής φόβου, διακινεί τον φόβο για το άγνωστο που συνδέεται με τον αρχέγονο φόβο του θανάτου. Το άγχος άλλωστε σχετίζεται άμεσα με μία αναμενόμενη φαντασιακή καταστροφή που έχει να κάνει με το μέλλον, σε αντίθεση με την κατάθλιψη που σχετίζεται με μία φαντασιακή, ή πραγματική, καταστροφή που συνέβη στο παρελθόν.

Η οικονομική πίεση φέρει και μία ψυχική πίεση στο σημερινό κοινωνικό υποκείμενο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Εδώ ίσως δεν πρέπει να ξεχνάμε την σύνδεση της λέξης άγχος με το αρχ. ρήμα «άγχω» (=πιέζω, πνίγω) αλλά και την αγχόνη και να σκεφτούμε την σχέση: Πίεσης-πνιξίματος-άγχους.


Αν θέλουμε να τολμήσουμε μία μελλοντική πρόγνωση για την ασθένεια του μέλλοντος, αυτή μάλλον θα έχει να κάνει με το αποτέλεσμα του ανθρώπου-υβριδίου που κατασκευάζεται μέσω της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας. Η μεταλλαγμένη τροφή (που έχει φτάσει στο 90% της συνολικής παραγωγής τροφής στον πλανήτη), ο αέρας που καλύπτεται με ένα σωρό χημικά από πειραματισμούς για το κλίμα και όχι μόνο, η λήψη φαρμάκων ακόμη και για φυσιολογικές λειτουργίες (όπως είναι το πένθος, η ρύθμιση του ύπνου, το αδυνάτισμα κλπ) κατασκευάζουν ένα νέο είδος ανθρώπου που δεν έχουμε ως σήμερα ξαναδεί.

Από την άλλη, όσοι ρυθμίζουν αυτή την οικονομία εξάρτησης και μετάλλαξης της ανθρώπινης παγκόσμιας κοινότητας δεν μπορεί παρά να διακατέχονται από διαστροφή, δηλαδή από την φροϋδική αρχή του θανάτου, και για περισσότερα σε σχέση με το θέμα αυτό μπορεί κανείς να ανατρέξει σε προηγούμενο άρθρο του ιστολογίου: «Εξουσία και διαστροφή» .

Βέβαια κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον κι έτσι δεν μπορούμε με σιγουριά να κάνουμε τέτοιες προγνώσεις αφού οι κοινωνίες λειτουργούν συχνά με τρόπο ανεξέλεγκτο εξαιτίας της πολυσυνθετότητάς τους.

Τέλος, νομίζω ότι όσοι ασκούμε κλινική, δεν μπορούμε να αφήνουμε απ’έξω το κοινωνικό. Κι αυτό γιατί παρόλο που είναι ο βασικός γενεσιουργός παράγοντας των κοινωνικών και ατομικών συμπτωμάτων, όταν δεν τον αναγνωρίζουμε γινόμαστε φορείς της επικρατούσας άποψης που έχει ως στόχο την κανονικοποίηση του υποκειμένου μέσω της συμμόρφωσης σε μία νορμάλ κατάσταση που ενδέχεται, σε πολλές εκφάνσεις της, να είναι στρεβλή, δηλαδή, να αντιτίθεται στις αρχές της ζωής. Η κλινική παρέμβαση πρέπει να ακροβατεί στα όρια του κοινωνικού και του ατομικού και να μην δίνει μεγαλύτερη έμφαση μόνο στο ένα από τα δυο, αλλά να τα συμπεριλαμβάνει.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Περί ψυχικού κενού



Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. 
Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. 
Πλάσε κανάτι με πηλό. 
Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. 
Το όφελος έρχεται από τούτο που υπάρχει.
Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει
Λάο Τσε

Στις περισσότερες περιπτώσεις που κάποιος έρχεται σε ψυχοθεραπεία, αναφέρεται σε μία αίσθηση κενού που του προξενεί ανυπόφορα συναισθήματα. Άλλοτε αναφέρεται άμεσα σε αυτή κι άλλοτε συναντάμε το κενό ως έλλειψη ή (καλύτερα) ως μη ενεργοποίηση ψυχικών δυνατοτήτων, διεργασιών ή ικανοτήτων. 

Σε κάθε ψυχοπαθολογία το κενό εμφανίζεται με άλλη μορφή και έχει εγκατασταθεί ως αίσθηση στον ψυχισμό από διαφορετικές αιτίες.

Έτσι, στην κατάθλιψη που προέρχεται από απώλεια, το κενό εμφανίζεται ως συνέπεια αυτής της απώλειας, της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, ή της εργασίας, ή της υγείας και οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου ή κατάστασης που έχει χαθεί.

Στην πρωτογενή κατάθλιψη, η αίσθηση του κενού εμφανίζεται ως βασικός πυλώνας του ψυχισμού, χωρίς συγκεκριμένη εκλυτική αιτία. Συνήθως, πρόκειται για το κενό που εγκαθίσταται κατά τους πρώτους μήνες ζωής όταν η μητέρα είναι απούσα, ή πάσχει από κάποια ψυχική ασθένεια, όπως είναι η κατάθλιψη ή η ψύχωση. Το κενό σε αυτή την περίπτωση έχει να κάνει με την απουσία ανταπόκρισης και ενσυναίσθησης που χρειάζεται το βρέφος για να μπορέσει να επικοινωνήσει τις βασικές ανάγκες του. Για την περίπτωση αυτή, μπορείτε να ανατρέξετε σε προηγούμενο άρθρο του ιστολογίου για την επιλόχεια κατάθλιψη και τις συνέπειές της στο βρέφος.

Στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης, το κενό αποφεύγεται με το να παραγεμίζει ο άνθρωπος δραστηριότητες το χρόνο του. Δεν αντέχει καθόλου τη μοναχικότητα, πρέπει να βρίσκεται συνεχώς είτε με κόσμο, είτε να να απασχολείται με κάποια δραστηριότητα. Σίγουρα πάντως να βρίσκεται σε ένα συνεχή «θόρυβο». Αυτή την λειτουργία φαίνεται να καλύπτουν και οι έμμονες ιδέες που συνεχώς απασχολούν το μυαλό κι ας προκαλούν δυσβάσταχτη κόπωση και τεράστια σπατάλη ενέργειας. Στην πραγματικότητα, όταν φεύγουν τα ιδεοψυχαγκαστικά συμπτώματα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη που πάντα υποβόσκει από κάτω.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της μανίας. Η μανία εμφανίζεται με υπέρδραστηριότητα, ευφορία, παράλογες κινήσεις εξαιτίας αυτής της διάθεσης, όπως ανεξέλεγκτη σπατάλη χρημάτων κλπ. Συνήθως οι μανιακοί είναι πολύ δημοφιλείς σε παρέες γιατί φαίνονται να έχουν ανεξάντλητη ενέργεια. Η μανία είναι η άλλη όψη της κατάθλιψης και γιαυτό τις συναντάμε πάντα μαζί, τη μία να διαδέχεται την άλλη ως αντιστάθμισμα, σε μία συνεχή αλληλουχία. Πρόκειται για τη λεγόμενη διπολική διαταραχή, όπου στον ένα πόλο βρίσκεται η κατάθλιψη και στον άλλο το αντίθετό της, η μανία.

Το κενό το συναντάμε συχνά και σε σχέση με ένα μυστικό, ένα κενό γνώσης, που αναφέρεται στη γενεολογία του υποκειμένου-συνήθως στις δύο προηγούμενες γενιές. Τέτοιου είδους κενών τα βρίσκουμε κυρίως στους ψυχωσικούς, οι οποίοι μην μπορώντας να έχουν μία οργανωμένη-χωρίς κενά, εξαιτίας οικογενειακών μυστικών-ιστορία, παρουσιάζουν διαταραγμένη αίσθηση ταυτότητας. Το κενό στον ψυχωσικό το συναντάμε όταν τον κοιτάξουμε στα μάτια. Μας βλέπει χωρίς να μας κοιτά, αισθανόμαστε ότι το βλέμμα του είναι άδειο. Μία εξαιρετικά ανησυχητική εμπειρία, αφού έχουμε μάθει να καθρεφτιζόμαστε στο βλέμμα των συνομιλητών μας.

Όμως το κενό το συναντάμε επίσης σε όλες τις περιπτώσεις εξαρτήσεων. Το κενό στους εξαρτημένους από ουσίες σχετίζεται με απώλειες που δεν έχουν επαρκώς επεξεργαστεί από τη διαδικασία του πένθους (απώλειες που μπορεί να μην έχουν επίσης επεξεργαστεί από την οικογένεια και να αναφέρονται σε πρόσωπα παλαιότερης γενεάς που έχουν χαθεί απρόσμενα συνήθως).Επίσης, σχετίζεται με την απουσία ενός νοήματος ζωής, ικανού να στρέψει το υποκείμενο προς δημιουργικές οδούς. Σε αυτό το σημείο παίζει ρόλο και η κακή εικόνα των γονεϊκών προτύπων που συνήθως έχει το υποκείμενο, που σχετίζεται με την απουσία χαράς στην καθημερινότητά τους.

Στην περίπτωση των διατροφικών διαταραχών, είναι περισσότερο εμφανές στη βουλιμία, η οποία εμφανίζεται κυρίως με τη λήψη της τροφής ως αντιστάθμισμα σε συναισθηματικές ελλείψεις. Μία κακή σχέση με τους συντρόφους, για παράδειγμα, η αδυναμία λήψης τρυφερότητας κάνει πολλούς, ιδιαίτερα γυναίκες, να ανατρέχουν στο ψυγείο και να παρηγορούνται με τη λήψη υπερβολικών ποσοτήτων τροφής-που γεμίζοντας το στομάχι έχουν την ψευδαίσθηση και του γεμίσματος του ψυχικού κενού.

Στην περίπτωση της ανορεξίας, επίσης έχουμε την αίσθηση του κενού. Τόσο σε αυτή την περίπτωση, όσο και στην περίπτωση της βουλιμίας, το κενό προέρχεται από το αναπαραστασιακό κενό που συνοδεύει τη λήψη της τροφής από τη μητέρα κατά τα πρώτα χρόνια ζωής. Το γάλα που δίνεται από το στήθος της μητέρας στο βρέφος είναι μία εμπειρία πολύ πλούσια συναισθηματικά που δεν έχει μόνο ως στόχο την κάλυψη της πείνας. Όταν το τάισμα γίνεται με τρόπο μηχανικό, χωρίς επαφή του βλέμματος, της ζεστασιάς του σώματος, τη φωνή της μητέρας και το χάδι της, πόσο μάλλον όταν η ίδια είναι νευρική και αγχωμένη, τότε η τροφή στερείται της αναπαράστασής της ως καλού αντικειμένου που ενσωματώνεται και συνδέεται με ένα κακό αντικείμενο. (π.χ. το φαγητό που βλάπτει, τον αλκοολισμό, τις τοξικές ουσίες κλπ στη μετέπειτα ζωή του υποκειμένου).

Υπάρχει και το αναπαραστασιακό κενό που κάνει τους ανθρώπους να δρουν μηχανικά, χωρίς να λαμβάνουν κάποια ικανοποίηση μέσα στην καθημερινότητα, οι άνθρωποι του προγράμματος και της απόλυτης τάξης. Δεν είναι τυχαία εδώ η ύπαρξη ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, που μην καταφέρνοντας το συναίσθημα να μεταβολιστεί μέσα από διεργασίες όπως είναι η σκέψη, η μνήμη, η έκφραση μέσω του λόγου, βρίσκει δίοδο μέσα από το σώμα.

Κενό συναντάμε επίσης στην ανία, στο επίπεδο των αναπαραστάσεων και σ’αυτό της επικοινωνίας ή της εκφραστικότητας. Επίσης, το συναντάμε ως ιδεώδες στη μυστική ανατολίτικη φιλοσοφία, ιδιαίτερα στον ταοϊσμό, που συνδέεται με την εξουδετέρωση των ενορμήσεων προκειμένου να υπάρξει πλήρης εναρμόνιση με τον κόσμο. (Κάτι που στην δυτική επιστήμη θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κατάθλιψη, αλλά κάθε φαινόμενο πρέπει να το βλέπουμε στο φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον). Το κενό υπάρχει σε τόσες ψυχικές παραλλαγές, που σίγουρα δεν φτάνει ο χώρος ενός τέτοιου άρθρου για να τις συμπεριλάβει αναλυτικά.

Η ψυχοθεραπεία έχει ως στόχο την αντιμετώπιση της αίσθησης του κενού. Αυτό γίνεται με το γέμισμα αυτής της μαύρης τρύπας που απειλεί τον ψυχισμό με νόημα. Το νόημα δεν δίνεται από κανέναν απ’έξω, αλλά πρέπει να αναδυθεί από το ίδιο το άτομο, την ιστορία του, την ιδιοσυγκρασία του, τις ικανότητές του, τις επιθυμίες του. Το νόημα είναι εξατομικευμένο, είναι για τον καθένα διαφορετικό και καλείται με τη βοήθεια του συνοδοιπόρου θεραπευτή να το ανακαλύψει και να επενδύσει ψυχικά πάνω σε αυτό.

Από την άλλη, αν το κενό αναφέρεται σε μία αδυναμία, μία έλλειψη, π.χ. εκφραστικότητας, αναπαραστασιακό, φαντασίας, μέσω της ψυχοθεραπείας βλέπουμε σταδιακά να αναπτύσσονται αυτές οι ικανότητες και να υποχωρούν τα όποια συμπτώματα συνδέονταν με τις συγκεκριμένες ελλείψεις που δυσκολεύουν τη ζωή των υποκειμένων.


Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Μιζέρια: Μια ψυχολογική έννοια




Το έργο του Βίκτωρος Ουγκώ  «Οι Άθλιοι» (“Les misérables)”), ένα από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναφέρεται στην προσπάθεια ενός χαρακτήρα, του Γιάννη Αγιάννη, να ενταχθεί  στην κοινωνία, μέσω της αναγνώρισης, έχοντας ξεκινήσει ως πάμφτωχος κλέφτης μιας φραντζόλας ψωμιού. Εξαιτίας αυτής του της πράξης στιγματίζεται για όλη τη ζωή του από τον εγκλεισμό του στη φυλακή και κατά τη διάρκεια όλου του έργου προσπαθεί να διαφύγει από αυτό το παρελθόν (εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Ιαβέρης-ο αστυνομικός που τον κυνηγά με πάθος). 

Η ιστορία του Γιάννη Αγιάννη έχει αίσιο τέλος και η κάθαρση επιτυγχάνεται στον επίλογο του έργου. Εκεί πια φαίνεται να έχει αποκατασταθεί η αλήθεια του ήρωα μέσα από την αναγνώριση, όχι μόνο από τον δημόσιο κατήγορό του αλλά και από τους σημαντικούς άλλους (την θετή κόρη του και τον άντρα της). Η αποκατάσταση του προσώπου του Αγιάννη έχει να κάνει και με την αντιμετώπιση της ντροπής του στιγματισμού, όταν αποκαλύπτει το παρελθόν του στους δικούς του ανθρώπους, κάτι που ως το τέλος της ζωής του προσπαθούσε να απωθήσει.

Το έργο έχει γραφτεί σε μία περίοδο μεγάλων κοινωνικών αναταραχών και κοινωνικοοικονομικής κρίσης. Όπως και σήμερα, εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού πέφτει στην φτώχεια και την εξαθλίωση.

Καθώς δουλεύω μέσα από την τέχνη, θα επανέρθουμε στην λογοτεχνική αυτή ιστορία και αργότερα, καθώς μπορεί να βοηθήσει στη μεγαλύτερη κατανόηση του θέματος.

Σκοπός του σημερινού άρθρου είναι να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ της φτώχειας και της μιζέριας.
Η φτώχεια είναι η επίπτωση κοινωνικών αιτιών ενώ η μιζέρια αναφέρεται στην ψυχολογική αντανάκλασή της, δηλαδή στο πώς αισθάνεται, συνήθως, ο φτωχός και τι προβάλλεται πάνω του από την κοινωνία. 

Η γαλλική λέξη misère σημαίνει την αθλιότητα, αλλά και τη δυστυχία.

Η μιζέρια φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας διαπροσωπικής συνάντησης. Η κάθε συνάντηση ενεργοποιεί την προβληματική της ταυτότητας αυτών που συναντιούνται. Ακόμη κι από την πρώτη ματιά, αυτόματα λειτουργεί η κατηγοριοποίηση, η κοινωνική σύγκριση από την οποία ανακαλύπτουμε ομοιότητες ή διαφορές από τον άλλο.

Σε αυτή τη διαδικασία παρεμβαίνουν τόσο οι αναπαραστάσεις που έχουμε για τα πράγματα όσο και κοινωνικά στερεότυπα που λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά εμπλέκονται και καθορίζουν τη στάση μας προς τον άλλο.

Στους τελευταίους αιώνες συχνά η φτώχεια συνδέεται με την ανικανότητα, την τεμπελιά και άλλες αρνητικά φορτισμένες ψυχολογικές ιδιότητες. Έτσι, αυτός που εκπίπτει στη φτώχεια έρχεται αντιμέτωπος με όλες αυτές τις αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις και καλείται να τις διαχειριστεί.
Αυτή η διαχείριση όμως είναι εξαιρετικά δύσκολη (αλλά όχι αδύνατη, γιαυτό και επιμένω σήμερα σε αυτό) καθώς το άτομο έρχεται συνεχώς σε επαφή με το απαξιωτικό βλέμμα των άλλων, με τον αποκλεισμό, αλλά και με την επιθετικότητα.

Σε αυτό συμμετέχει και η δική του αντίληψη, καθώς όντας κοινωνικό υποκείμενο, δεν μπορεί παρά να συμμερίζεται τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του ως ένα βαθμό τουλάχιστον, αφού φιλτράρονται και από την άμεση εμπειρία του.

Εσωτερικεύοντας τις αρνητικές αντιλήψεις περί φτώχειας, χάνει τη θέση του. Έτσι, από τη δυσκολία να καλύψει τις ανάγκες της επιβίωσης, καταλήγει στην κακομοιριά (κακή μοίρα) και τη μιζέρια. Η κατάθλιψη εγκαθιδρύεται με συναισθήματα αυτοκατηγορίας, ανικανότητας, αδυναμίας και απαξίωσης του εαυτού.

Η μιζέρια έχει μεγάλο ψυχικό πόνο. Είναι οδυνηρή γιατί δεν αφορά μόνο την ανεύρεση της τροφής, στέγης, ρούχων, αλλά κυρίως γιατί επιφέρει μία κακή εικόνα εαυτού και προκαλεί συναισθήματα αφόρητα, ιδιαίτερα ντροπή.

Η ταυτότητα πλήττεται λοιπόν δραματικά. Συνέπειες αυτής είναι η εγκαθίδρυση της απελπισίας και η παθητικότητα. Εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, η μιζέρια-ως ψυχολογική πραγματικότητα-μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες εξόδου από την φτώχεια.

Ο Γιάννης Αγιάννης, καταφέρνει τελικά να μπει στον ίσιο δρόμο. Να φύγει από την παρανομία (στην οποία είχε υποπέσει εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης αρχικά και αργότερα εξαιτίας του στιγματισμού του ως κλέφτης-όταν κλέβει το σπίτι του ιερέα που είναι ο μόνος που δέχεται να τον φιλοξενήσει μετά την έξοδο του από τη φυλακή) και να ανέλθει κοινωνικοοικονομικά. Αποκτά κύρος και δύναμη.

Σε αυτή τη μεταστροφή του, μοχλός της αλλαγής φαίνεται να είναι η στάση του ιερέα, ο οποίος, όχι μόνο δεν τιμωρεί τον Αγιάννη για την πράξη του, αλλά τον καλύπτει στην αστυνομία. Αργότερα ακολουθεί ένας διάλογος μεταξύ τους που μαζί με την στάση του ιερέα λειτουργεί ως καταλύτης.

Εδώ ερχόμαστε σε επαφή και με την έννοια της συγχώρεσης, ως υπάρχει χώρος για το μαζί (συν+χώρος). Η μιζέρια ένα από τα δεινά που φέρει είναι η αποπροσωποποίηση του υποκειμένου. Το υποκείμενο εργαλειοποιείται, χάνει το πρόσωπό του. Ιδιαίτερα στη φτώχεια και στην ανεργία ο άνθρωπος νοιώθει άχρηστος-μη χρηστικός, λες και πρόκειται για ένα γρανάζι ή κατσαβίδι...

Η αλλαγή του Αγιάννη έχει να κάνει με το ότι ξαναβρίσκει το πρόσωπό του μέσα από τη συνάντησή του με τον ιερέα. Ο ιερέας αναγνωρίζει ότι έχει βρεθεί στην παρανομία λόγω φτώχειας κι όχι εξαιτίας άλλων «φυσικών» αιτιών και γονιδίων.

Η φτώχεια ασχημαίνει τον άνθρωπο. Τα ρούχα του δεν ανανεώνονται, είναι φθαρμένα. Τα μαλλιά του δεν φροντίζονται σε κομμωτήρια ή κουρεία. Τα δόντια του πέφτουν και δεν φροντίζονται γιατί δεν έχει πρόσβαση σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες.

Η συνεχής ενασχόληση με την αναζήτηση για την κάλυψη βασικών αναγκών, δεν αφήνει χρόνο για πνευματική καλλιέργεια ή σκέψη για άλλα θέματα. Έτσι, αναγκαστικά υπάρχει και μία έκπτωση στο γνωστικό επίπεδο.

Από την άλλη, η κοινωνία συνεχώς τονίζει την κοινωνική ανισότητα, ακόμη και οι ίδιοι οι θεσμοί των πιο ανεπτυγμένων χωρών.

Έτσι, οι ατελείωτες ουρές στα συσίτια, στα γραφεία αλλοδαπών για την ανανέωση της άδειας παραμονής, σε οργανισμούς πρόνοιας καταδεικνύουν την απουσία σεβασμού της κοινωνίας προς τους φτωχούς. Η αναμονή είναι ένα από τα πολλά δείγματα εξουσίας καθώς δεν αναγνωρίζεται ότι ο χρόνος αυτού που περιμένει έχει αξία.

Ασπίδα ενάντια στη μιζέρια είναι ένα ισχυρό εγώ. Ένα ισχυρό εγώ δεν θα καμφθεί εύκολα στην αναμέτρησή του με το βλέμμα του άλλου. Η ταυτότητα του στην κρίση αυτή δεν θα υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις. Θα αποφευχθεί η ψυχική αναπηρία αφού η παθητικότητα δεν θα βρει έδαφος για να εγκατασταθεί. Δεν θα σταματήσει η ελπίδα κι άρα ούτε η δράση για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής. Το βλέπουμε συχνά στις θεραπείες, όπου μέσα σε καιρούς ανεργίας και οικονομικής κρίσης τα μέλη των ομάδων καταφέρνουν να βρίσκουν δουλειά και όσο περισσότερο έχουν ενδυναμωθεί ψυχικά, τόσο περισσότερο οι δουλειές που βρίσκουν είναι αξιόλογες.

Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η διάσωση των δημοσίων δομών που παρέχουν ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες στους μη έχοντες. Μπορούν κι αυτές με τον τρόπο τους να βοηθήσουν στην ανάκαμψη της οικονομίας ζωντανεύοντας την ελπίδα των απελπισμένων. Αλλά και οι ιδιώτες, όσοι μπορούμε, νομίζω ότι έχει έρθει ο καιρός να διαθέσουμε κάποιες λίγες ώρες από το εβδομαδιαίο πρόγραμμά μας σε εθελοντική εργασία με άτομα που κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν στη μιζέρια.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Κατανοώντας τις κρίσεις πανικού

Ανάμεσα στις αγχώδεις διαταραχές εξέχουσα θέση καταλαμβάνουν οι κρίσεις πανικού.

Η ετυμολογία της λέξης πανικός προέρχεται από τον Πάνα, τον τραγοπόδαρο Θεό, κι αυτός με τη σειρά του συνδέεται με την πανίδα (ως προστάτης της αλλά και ως σύμβολο της γενετικής δύναμης της ζωής). Η σύνδεση με τον Πάνα δικαιολογείται από το ότι ο Πάνας  στη μυθολογία είχε συνδεθεί με το ανεξέλεγκτο και τον τρόμο. Ήδη από τη γέννησή του τρόμαξε η μητέρα του και τον εγκατέλειψε. Στην πορεία συνδέθηκε με τον Διόνυσο και τις Νύμφες ενώ στη μάχη του Μαραθώνα βοήθησε τους Έλληνες να αποτρέψουν τους Πέρσες με τις ιαχές του "Παν, Παν, Παν" από τις οποίες έντρομοι έσπευσαν να υποχωρήσουν.

Ο κλινικός όρος «κρίση πανικού» χρησιμοποιείται για να ορίσει την ιδιαίτερη ψυχική και σωματική κατάσταση  που έχει τα εξής χαρακτηριστικά:
-Τρόμος θανάτου (του ίδιου του ατόμου ή κάποιου οικείου του).
-Αίσθηση απώλειας ελέγχου.
-Ταχυπαλμία
-Εφίδρωση
-Δύσπνοια
-Τρεμούλιασμα
-Κράμπες
-Φόβος τρέλας
-Αίσθηση ότι θα επέλθει λιποθυμία.
Δεν είναι απαραίτητο να βρεθούν όλα αυτά τα συμπτώματα μαζί, τέσσερα είναι αρκετά για να μιλήσουμε για κρίση πανικού. Η διάρκεια της κρίσης ποικίλλει από μερικά λεπτά ως κάποιες ώρες. Αν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες κρίσεις μέσα σε ένα μήνα, τότε μιλάμε για διαταραχή πανικού.
Φυσικά, για να μιλήσουμε για κρίση πανικού πρέπει να αποκλεισθεί κάθε άλλη κλινική διάγνωση, όπως έμφραγμα, στηθάγχη κλπ. Αυτό όμως γίνεται συνήθως από την πρώτη κιόλας φορά που κάποιος βρεθεί σε κρίση πανικού, καθώς οδηγείται εσπευσμένα στο νοσοκομείο γιατί αντιλαμβάνεται ότι κάτι πάρα πολύ σοβαρό του συμβαίνει.

Υπολογίζεται ότι περίπου το 4% του πληθυσμού υποφέρει από διαταραχή πανικού. Εντούτοις, τελευταία φαίνεται το ποσοστό αυτό να αυξάνεται, καθώς αυξάνεται το άγχος λόγω των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών (κρίση, ανεργία, ανασφάλεια στην εργασία κλπ).

Η πρώτη κρίση πανικού εμφανίζεται συνήθως όταν ο άνθρωπος βρίσκεται κάπου μόνος, ή μόνος ανάμεσα σε αγνώστους ή σε πλήθος (π.χ. όταν οδηγεί, στο Super Market, σε μια συναυλία κλπ).
 Το κυριότερο χαρακτηριστικό, πλην του τρόμου που κατακλύζει, είναι η αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Από την άλλη, το άτομο καταλαμβάνει τεράστιο κόπο για να πείσει τον εαυτό του με καθησυχαστικές σκέψεις. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ψυχική εξουθένωση από το μεγάλο ξόδεμα ψυχικής ενέργειας που συνοδεύει αυτές τις προσπάθειες.

Παρόλο που έχουμε και σωματικές εκδηλώσεις, οι κρίσεις πανικού διαφέρουν από τα άλλα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Οι διαφορές αυτές έχουν  να κάνουν τόσο με το ιστορικό τους όσο και με δομικά στοιχεία προσωπικότητας.
Μολονότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, στα ιστορικά των ανθρώπων που πάρχουν από διαταραχή πανικού βλέπουμε ένα κοινό στοιχείο:

Πρόκειται για μία εμπειρία, ένα βίωμα, στο οποίο συμμμετείχαν τόσο οι ίδιοι είτε ως πρωταγωνιστές, είτε ως μάρτυρες, είτε ως αποδέκτες των επιπτώσεων.  

Το γεγονός αυτό συνέβη σε προγενέστερη περίοδο (στην παιδική ή εφηβική ηλικία) και χαρακτηρίζεται απ΄ το ότι ήταν αιφνίδιο, ξαφνικό και άρα μη ελεγχόμενο. Στις περισσότερες περιπτώσεις το γεγονός αυτό συνδέεται με το θάνατο κάποιου πολύ κοντινού ανθρώπου (με τον οποίο υπήρχε σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό ταύτιση)ή με απειλή θανάτου.

Μετά καθώς ο ψυχισμός έχει άμυνες, ο άνθρωπος «ξεχνιέται». Δεν ξεχνά το γεγονός, αλλά απωθεί την σπουδαιότητα που είχε αυτό στον ψυχισμό του.

Φαίνεται να είναι υπό αυτή την έννοια μία μεταγενέστερη συνέπεια ενός σοκ που έχει παραμείνει ανεπεξέργαστη.

Η συμπεριφορά που αναπτύσσεται μετά από αυτό διακατέχεται από την υπερβολική επιθυμία για έλεγχο σε κάθε σχεδόν πτυχή της ζωής. Γιαυτό και σπάνια εμφανίζονται κρίσεις πανικού όταν όλα βαίνουν σε μια ρουτίνα, μια κανονικότητα, όπου λίγο πολύ τα πράγματα είναι προβλέψιμα. Αντίθετα, πολύ συχνά οι κρίσεις πανικού εμφανίζονται στην περίοδο των διακοπών, ή του σαββατοκύριακου. Κι αυτό, τόσο γιατί διακόπτεται η ρουτίνα, όσο και γιατί χαμηλώνει ο «Θόρυβος» που προέρχεται από τις πολλές ασχολίες που έχει η σύγχρονη καθημερινότητα κι  ο άνθρωπος βρίσκεται σε μία κατάσταση μεγαλύτερης ησυχίας (από την απουσία υποχρεώσεων και δραστηριοτήτων).  

Απ’την άλλη, μία κοινή βάση όλων όσων πάσχουν από κρίσεις πανικού είναι ότι (αυτό)χαρακατηρίζονται ως αγχώδεις.

Το άγχος είναι, θα λέγαμε, ο φόβος ότι κάτι κακό θα συμβεί στο μέλλον, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα.Έτσι, η περίοδος που εμφανίζεται η πρώτη κρίση πανικού είναι μια περίοδος  που χαρακτηρίζεται είτε ως μεταβατική (για το άτομο) είτε χαρακτηρίζεται από γεγονότα που αυξάνουν το άγχος.

Συνέπειες (ή «δευτερογενή οφέλη» σύμφωνα με τον κλινικό όρο) της διαταραχής πανικού που βιώνεται πολύ επώδυνα από τον άνθρωπο, είναι η αποφυγή των συνθηκών που έχουν συνδεθεί με τις κρίσεις πανικού. Έτσι, για παράδειγμα, αποφεύγει να είναι μόνος και επιθυμεί πάντα την παρέα κάποιου, ώστε να αισθάνεται ασφαλής με την ιδέα ότι αν πάθει κάτι ο άλλος θα τον σώσει, ή δεν πάει ξανά στο σούπερ μάρκετ κι αναγκάζεται να το κάνει κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας κλπ.

Το αποτέλεσμα όμως μακροπρόθεσμα είναι ότι αναπτύσσεται  ή εκδηλώνεται μια τάση εξάρτησης από τους σημαντικούς άλλους και συνήθως αυτό έχει αντίχτυπο στην προσωπική εξέλιξη και ανάπτυξή του.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Οι κρίσεις πανικού εξαφανίζονται σχετικά εύκολα με την ψυχοθεραπεία, εφόσον αναζητηθούν οι αιτίες και γίνει η κατάλληλη επεξεργασία. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο ελαχιστοποιείται ή αποκλείεται η υποτροπή στο μέλλον. (Για να δείτε ένα παράδειγμα θεραπείας διαταραχής πανικού μέσα από τη ψυχοδυναμική θεώρηση που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της δραματοθεραπείας http://drama-mediation.blogspot.com/2007/11/h-case-study.html).


Άλλες μορφές αντιμετώπισης είναι η φαρμακευτική αγωγή (που δρα κυρίως στα συναισθήματα κι άρα αν δεν συνδυαστεί με ψυχοθεραπεία τα συμπτώματα επανέρχονται όταν παύει η λήψη των φαρμάκων).

Επίσης, η γνωσιακή ψυχοθεραπεία στοχεύει κυρίως στα συμπτώματα και όχι στις αιτίες, καθώς  χρησιμοποιούνται τεχνικές χαλάρωσης και μείωσης του στρες.


(Tην Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου γίνεται εργαστήρι δραματοθεραπείας που απευθύνεται σε άτομα που υποφέρουν από διαταραχή πανικού)



Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Για το μετατραυματικό στρες



Ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του όρια ψυχικής ανθεκτικότητας και αυτά εξαρτώνται τόσο από ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες όσο και κυρίως, από την προσωπική ιστορία των πρώτων χρόνων ζωής.

Τι ορίζουμε όμως ως τραυματικό γεγονός;

Γενικά θα λέγαμε ότι τραυματικό είναι το γεγονός που ξεπερνάει σε ένταση τα ψυχικά όρια του κάθε οργανισμού, ανθρώπινου, ή μη. Η ένταση αναφέρεται κυρίως στο συναισθηματικό επίπεδο, αλλά και στις ιδιότητες του ίδιου του ερεθίσματος.

Στην περίπτωση του συνδρόμου μετατραυματικού στρες (Σ.Μ.Σ.), τα πράγματα είναι περισσότερο σοβαρά. Ως σύνδρομο εννοούμε τη συνύπαρξη πολλών συμπτωμάτων μαζί.
Το γεγονός το οποίο επιφέρει το σύνδρομο μετατραματικού στρες έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: Πρόκειται για ένα γεγονός στο οποίο υπήρξε κίνδυνος θανάτου ή απειλή της σωματικής ακεραιότητας και το οποίο βίωσε το ίδιο το άτομο είτε προσωπικά είτε ως μάρτυρας. Αυτό το γεγονός συνδέεται με συναισθήματα φόβου ή/και απόγνωσης ή/και φρίκης.

Κάθε τραύμα έχει την τάση να επαναλαμβάνεται με διάφορους λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητους τρόπους. Αυτό, όσο δυσάρεστο κι αν είναι και ακούγεται, δίνει την ευκαιρία στον οργανισμό να το επεξεργαστεί κι αν βρεθεί κάποια στιγμή σε ένα επίπεδο μεγαλύτερης ωρίμανσης να το λύσει και να απαλλαγεί οριστικά από τις βλαβερές συνέπειές του.

Αυτή η επανάληψη, στην περίπτωση του Σ.Μ.Σ.  πραγματοποιείται κυρίως μέσα από επαναλαμβανόμενες μνήμες που διεισδύουν ακούσια και συνδέονται με εικόνες, σκέψεις και αντιλήψεις. 
Κάτι που είναι χαρακτηριστιστικό στο μετατραυματικό στρες, είναι ότι παρόλο που η μνήμη υπάρχει, πάντα βλέπουμε να έχει απωθηθεί στο ασυνείδητο (και άρα ξεχαστεί)  μια σημαντική παράμετρος του γεγονότος που το προκάλεσε.

Το τραύμα, περισσότερο ή λιγότερο καλυμμένο, επανέρχεται επίσης στα όνειρα, μετατρέποντάς τα σε εφιάλτες που συχνά προκαλλούν την αγωνιώδη αφύπνιση.  

Υπάρχει έντονη ψυχική κατάπτωση όποτε το άτομο έρθει σε επαφή με συμβολικά ή πραγματικά ερεθίσματα που συνδέονται  με τον τραυματισμό. Αυτά τα ερεθίσματα είναι δυνατό να προκαλέσουν και νευροφυσιολογικές αντιδράσεις, όπως ταχυπαλμία, εφίδρωση, τρέμουλο κυρίως των άκρων.

Έτσι, το άτομο που πάσχει από μετατραυματικό στρες προσπαθεί να αποφύγει κάθε συζήτηση ή συναίσθημα ή σκέψη που σχετίζονται με τον τραυματισμό. Αυτή η συμπεριφορά αποφυγής επιφέρει μεγάλο αίσθημα κόπωσης καθώς είναι αποτέλεσμα τεράστιου ξοδέματος  ψυχικής ενέργειας.

Εκτός από την αποφυγή των σκέψεων, αποφεύγει διαρκώς την επαφή του με κάθε ερέθισμα που συνδέεται (υποκειμενικά) με το γεγονός. Έτσι, σταδιακά, βλέπουμε περιορισμό των δραστηριοτήτων του και μείωση των ενδιαφερόντων του. 

Προσπαθώντας να μην πονάει από τα επώδυνα συναισθήματα, καταφέρνει να παγώσει ή να ελαττώσει την ένταση κάθε συναισθήματος.  Έτσι σταδιακά βλέπουμε να αισθάνεται συναισθηματικά απόμακρο από τους άλλους και αποξενώνεται. Αισθάνεται ότι ό,τι και να γίνει το μέλλον του είναι προδιαγεγραμμένο κι ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να ξαναζήσει φυσιολογικά.

Αυτές οι τελευταίες συνέπειες του συνδρόμου μετατραυματικού στρες, βλέπουμε να είναι καταθλιπτικές εκδηλώσεις και ίσως αξίζει να πούμε εδώ ότι, γενικά,  αν το στρες συνδέεται γνωσιακά με μία (πραγματική ή φανταστική) καταστροφή που πρόκειται να επέλθει, η κατάθλιψη σχετίζεται με μία καταστροφή που έχει συμβεί στο παρελθόν.

Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι για να  ορίσουμε το σύνδρομο μετατραυματικού στρες πρέπει να δούμε αν υπάρχουν τουλάχιστον δύο από τις παρακάτω αντιδράσεις:
-δυσκολίες στον ύπνο ή συχνές διακοπές του
-ευερεθιστότητα ή υπερβολικός θυμός
-δυσκολία στη συγκέντρωση
-υπερεγρήγορση
-εκρήξεις που έχουν το στοιχείο της υπερβολής

Για τη διάγνωση, πρέπει οι παραπάνω εκδηλώσεις να υπάρχουν τουλάχιστον ένα μήνα.



Τέλος, παρατηρούμε από την κλινική εμπειρία, ότι κάθε τραύμα (κι όχι μόνο αυτό που αφορά στο Σ.Μ.Σ.) επανέρχεται και με έναν άλλον τρόπο. Το άτομο που υπέστη τον τραυματισμό, βρισκόταν σε μία θέση παθόντος, δηλαδή παθητική. Στην πορεία, βλέπουμε συχνά να επαναλαμβάνεται το τραύμα με μία σημαντική διαφοροποίηση στη θέση του υποκειμένου. Δηλαδή, από εκεί που κάποτε ήταν παθητικό, γίνεται πια ενεργητικό. 
Έτσι, βλέπουμε συχνά, τόσο σε άτομα, όσο και σε ομάδες, αλλά και ολόκληρες εθνότητες, τα θύματα να γίνονται θύτες. Τέτοια, για παράδειγμα, είναι η περίπτωση του Ισραήλ που μετά το ολοκαύτωμα, το μετατραυματικό σοκ του έθνους επαναλαμβάνεται μέσα από τα εγκλήματα που διαπράττουν εναντίον των Παλαιστινίων.  

Για να υπάρξει απελευθέρωση από το τραύμα, χρειάζεται επίμονος αναστοχασμός και αυτός, στην περίπτωση ατόμου ή μικρής ομάδας-όπως είναι η οικογένια,  είναι εφικτός μόνο μέσα από την ψυχοθεραπευτική παρέμβαση.