Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Περί Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων: Μέσα από ένα ψυχοκοινωνιολογικό πρίσμα

Όπως θα έχουν παρατηρήσει οι συχνοί επισκέπτες του ιστολογίου, τελευταία ασχολούμαι αρκετά με θέματα εργασιακά. Αυτό προκύπτει από το ότι έχω παρατηρήσει μία αύξηση τα τελευταία χρόνια ψυχικών διαταραχών ή δυσκολιών που σχετίζονται με την εργασία.

Η επιλογή της ψυχολογικής ενασχόλησης με το φαινόμενο του δημοσίου υπαλλήλου στην Ελλάδα (και αποκλειστικά) και στην συγκεκριμένη εποχή σχετίζεται τόσο με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις (μείωση αποδοχών, μείωση προσωπικού, αξιολογήσεις κλπ) όσο και κυρίως με το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα αποτελούν τον δεύτερο εργασιακό πληθυσμό που πάσχει από εργασιακό κάψιμο-burnout-για το οποίο μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες σε προηγούμενο άρθρο.
Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν ότι το εργασιακό κάψιμο αφορά τον Έλληνα δημόσιο υπάλληλο κι όχι εν γένει τους δημοσίους υπαλλήλους άλλων χωρών.

Έτυχε να περάσω κάποιο διάστημα από δημόσιο οργανισμό και είχα την τύχη να έχω και βιωματική εμπειρία της συγκεκριμένης κατάστασης από μέσα.

Σήμερα, αναφέρεται συχνά ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι υπεράριθμοι κι ότι λίγο πολύ αυτοί ευθύνονται για την κρίση στη χώρα. Είναι γνωστή η επικαιρότητα κι έτσι δεν χρειάζεται να αναφερθώ εκτενέστερα σε αυτή. Στην πραγματικότητα, οι δημόσιοι υπάλληλοι άλλων χωρών, όπως στο παράδειγμα των Σκανδιναυικών ευήμερων χωρών, είναι πολύ περισσότεροι, αποτελώντας τη βασική πλειοψηφία του συνόλου των εργαζομένων. Η διαφορά μεταξύ της Ελληνικής περίπτωσης και άλλων είναι ότι φαίνεται πως στην Ελλάδα δεν αξιοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς όφελος της χώρας.

Αυτή η τάση και απαίτηση των μέτρων λιτότητας για εκδιωγμό των υπεραρίθμων δημοσίων υπαλλήλων, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με το αίσθημα του δημοσίου υπαλλήλου-ως κοινωνικού υποκειμένου- ότι είναι άχρηστος και περιττός. Καλείται να επιδείξει, μέσα από τα τεστ αξιολόγησης και άλλα ταπεινωτικά (κατά τη γνώμη μου-κι επειδή γίνονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με αυτόν τον τρόπο) μέσα ότι αξίζει τη θέση του για να αποφύγει την αποβολή του ή την έκτρωσή του-αν θέλουμε να προχωρήσουμε λίγο τον συνειρμό.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια ο διορισμός στο δημόσιο υπήρξε το όνειρο κάθε μικροαστικής οικογένειας επειδή επρόκειτο για μία εργασία που είχε ως βασικό της χαρακτηριστικό την ασφάλεια. Μία ασφάλεια που στηριζόταν στο καθεστώς μονιμότητας από τη μια, κι από την άλλη με ένα πλήθος επιδομάτων τα οποία είχαν ως αρχικό στόχο την στήριξη της οικογένειας (βλ. επίδομα γάμου, παιδιού, γονική άδεια κλπ). Το ωράριο εργασίας ήταν λογικό και περιοριζόταν στο ένα τρίτο του ημερήσιου χρόνου (αφήνοντας 8 ώρες ύπνου και 8 ώρες χρόνου εκτός εργασίας που μπορούσε να αφιερωθεί στην οικογένεια ή σε άλλες δραστηριότητες). Έτσι, η αυξημένη αίσθηση ασφάλειας στην εργασία έκανε το επάγγελμα του δημοσίου υπαλλήλου περιζήτητο για δεκαετίες.
Αυτό φυσικά δεν έμεινε ανεκμετάλλευτο από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και πολιτικά πρόσωπα που εξαργύρωναν ψήφους τάζοντας θέσεις δημοσίων υπαλλήλων σε οικογένειες ψηφοφόρων σε όλη την Ελλάδα.
Η τάση αυτή έφερε μία μορφή ιδιάζουσας εξάρτησης ανάμεσα στα πολιτικά πρόσωπα και τους δημοσίους υπαλλήλους που στην ουσία έσερναν το αμάξι του κράτους μέσα από τις διάφορες διοικητικές τους θέσεις.

Τα κόμματα ισχυροποιήθηκαν στους κόλπους του δημοσίου και με αυτόν τον τρόπο κάθε συνδικαλιστική κίνηση συσπείρωσης για την διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος καπελώθηκε και αυτοαναιρέθηκε, όπως συνέβη και σε άλλους δημόσιους χώρους, όπως τα πανεπιστήμια.
Το κομματικό κράτος στο δημόσιο και οι σχέσεις εξάρτησης μεταξύ πολιτικών και εργαζόμενων πολιτών σε δημόσιες θέσεις κατάργησε ουσιαστικά την αξιοκρατία κι έτσι, τις ανώτερες ιεραρχικά θέσεις τις κατέλαβαν (και συνεχίζουν να τις καταλαμβάνουν) οι υπάλληλοι που έχουν αποδείξει έμπρακτα την υποστήριξή τους σε κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δεν έχουν καμία αξία αυτές οι αξιολογήσεις που επιχειρούνται σήμερα, καθώς δεν υπάρχει περίπτωση, ακόμη τουλάχιστον, να ληφθούν υπόψη τα αξιοκρατικά κριτήρια παραγκωνίζοντας αυτό το τέρας της πολιτικής εξάρτησης.

Επιτρέψτε μου να καταθέσω κάποιες σκέψεις από την παρατήρησή μου κατά τη δική μου βιωματική εμπειρία στο δημόσιο. Πρέπει να πω, στο σημείο αυτό, ότι η παραμονή μου εκεί δεν είχε ποτέ την πρόθεση της δια παντός παραμονής κι αυτό μου το εξασφάλιζε το καθεστώς συμβάσεων περιορισμένου χρόνου, συνεχίζοντας να εξασκώ νόμιμα το ελεύθερο επάγγελμα ταυτόχρονα. Έτσι, το βλέμμα μου έμοιαζε λίγο με του ανθρωπολόγου, που ενώ συμμετέχει στην επιτόπια έρευνα βιωματικά, δεν παύει να είναι κατά βάθος ξένος κι αυτή η ξενότητα βοηθά στην παρατήρηση-αφού για να συντελεστεί αυτή χρειάζεται ένα μίνιμουμ απόστασης.
Αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πώς έμπαιναν στη δουλειά νεαρά άτομα με πτυχία, μεταπτυχιακά και άλλα εργασιακά εφόδια, που μόλις είχαν τελειώσει τις μακροχρόνιες σπουδές τους. Η όρεξη για δουλειά ήταν έκδηλη, τόσο στο ζωντανό βλέμμα τους, όσο και στο σύνολο του σώματος και την όλη συμπεριφορά τους. Μέσα στα περίπου δυόμιση χρόνια που έμεινα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, έβλεπα σταδιακά τη φλόγα τους να σβήνει, τους ρυθμούς τους να χαλαρώνουν και να βουλιάζουν στις καρέκλες των γραφείων με ύφος σχεδόν αδιάφορο.

Τι είναι αυτό που σκοτώνει ψυχικά τους δημοσίους υπαλλήλους, τουλάχιστον στην πλειονότητά τους;

Μία βασική αιτία είναι η απουσία αξιοκρατίας εξαιτίας του πολιτικοκομματικού εκτρώματος που αναφέραμε πριν. Έτσι, όσο όρεξη και να έχει ένας δημόσιος λειτουργός για δουλειά, όση φιλοδοξία και ενέργεια, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την αδικία καθώς η άνοδος και η επαγγελματική εξέλιξη δεν σχετίζεται καθόλου με την ικανότητα και την προσπάθειά του.

Αυτό σταδιακά κάνει το ζωντανό γεμάτο φλόγα νεανικό βλέμμα να σβήνει σιγά σιγά, λόγω της απογοήτευσης, και να δημιουργείται το βλέμμα αγελάδας που τόσο έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα γκισέ διαφόρων δημοσίων οργανισμών.Είναι το βλέμμα των χαμένων προσδοκιών, το βλέμμα των χαμένων ονείρων...

Ένας άλλος λόγος που κάνει τους δημοσίους υπαλλήλους να «καίγονται» εργασιακά, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι αποφάσεις παίρνονται από πάνω, από τα κομματικά και κυβερνητικά επιτελεία και δεν σχετίζονται-ή σχετίζονται ελάχιστα- με την δημιουργικότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Στην πραγματικότητα, εκτελούν εντολές, γίνονται όργανα, αποπροσωποποιούνται και εργαλιοποιούνται.

Βασικός επίσης λόγος ψυχικών προβλημάτων στον δημόσιο υπάλληλο αποτελεί η κακή εικόνα του εργασιακού εαυτού του που έχει ενδοβάλλει. Αυτή σχετίζεται με το σύνολο των κοινωνικών αναπαραστάσεων που διακινούνται στον συνολικό πληθυσμό για τους δημοσίους υπαλλήλους. Βολεψάκηδες, κρατικοδίαιτοι, μπήκαν με βίσμα, υπαλληλίσκοι κι άλλοι τέτοιοι χαρακτηρισμοί είναι θα λέγαμε ενδεικτικοί των κακών κοινωνικών αναπαραστάσεων που υπάρχουν για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Οι ίδιοι, κι αυτό προσωπικά με συγκινεί και με κάνει να αισθάνομαι αλληλέγγυα, αναφέρουν «υπηρεσία» τον δημόσιο οργανισμό στον οποίο δουλεύουν, ενώ συνεχώς αναπαράγουν στις μεταξύ τους κουβέντες τις αρνητικές αναπαραστάσεις που τους αφορούν. Το αίσθημα ματαίωσης τους βάζει σε ένα σκληρό περίβλημα αδιαφορίας. (Γνωρίζουμε ότι η αδιαφορία είναι ένας αμυντικός μηχανισμός όταν δεν μπορούμε να αλλάξουμε μία κατάσταση και πρέπει να την υποστούμε). Χρειάζεται πραγματικά πολύ γερός ψυχισμός για να μείνει κάποιος αλώβητος από μία τέτοια κατάσταση. Και η αδιαφορία τους ανατροφοδοτεί τις κακές αναπαραστάσεις στον πληθυσμό δημιουργώντας έναν αέναο φαύλο κύκλο.

Φαίνεται, ότι οι αναπαραστάσεις των δημοσίων υπαλλήλων σχετίζονται άμεσα με τις αυτές του κράτους. Έτσι,σε περιόδους ευημερίας και κοινωνικής σταθερότητας, φαίνεται να υπάρχουν καλύτερες κοινωνικές αναπαραστάσεις τόσο προς το κράτος όσο και προς τους δημοσίους υπαλλήλους του. Σήμερα, που από τα χειροκροτήματα και τα κόκκινα χαλιά που στρώνονταν στους πολιτικούς περάσαμε στις μούντζες και τα γιαουρτώματα, δεν θα μπορούσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι να μείνουν αλώβητοι.
Το πρόβλημα είναι διπλό, καθώς βάλλονται τόσο από τον πληθυσμό, όσο και από την ίδια την εξουσία, με αποτέλεσμα οι δημόσιοι υπάλληλοι σήμερα να γίνονται το εξιλαστήριο θύμα της ελληνικής κρίσης.

Σαφώς, δεν υπάρχει δουλειά χωρίς απολύτως κανένα πρόβλημα ή κάποια αγγαρεία. Έτσι, η επιλογή κάποιου να γίνει δημόσιος υπάλληλος (όταν ακόμη γινόταν-πριν σταματήσουν οι προσλήψεις λόγω κρίσης) σχετιζόταν με το πρόταγμα της ασφάλειας. Αν λοιπόν κάποιος αποφάσιζε να γίνει δημόσιος υπάλληλος, θα έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με την κατάθλιψη (το εργασιακό κάψιμο, είναι μία μορφή κατάθλιψης) εξαιτίας όλων των προηγούμενων, ενώ στο ελεύθερο επάγγελμα θα πρέπει κάποιος να μάθει να ζει με το άγχος-που σχετίζεται με την απουσία αυτής της ασφάλειας.

Δύσκολα αποφασίζει κάποιος που έχει ως πρόταγμα την ασφάλεια να αφήσει μία θέση στο δημόσιο, όσο και να τον βλάπτει προσωπικά, επαγγελματικά, οικογενειακά, για να βγει προς το άγνωστο. Έτσι η αρχική τόσο πολυπόθητη θέση στο δημόσιο γίνεται σταδιακά μία αναπηρική καρέκλα από την οποία δύσκολα κάποιος σηκώνεται. Η ματαίωση στον εργασιακό χώρο δεν μένει εκεί. Απλώνεται στο σύνολο του βίου και το υποκείμενο αισθάνεται ότι δεν ασκεί κανέναν έλεγχο στο περιβάλλον του, παρά κινείται ακούσια ως ένα κούτσουρο σ’ έναν χείμμαρο.

Ο σκοπός του άρθρου αυτού έχει να κάνει με την ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού που ταλαιπωρείται στις δημόσιες υπηρεσίες από καμμένους δημοσίους υπαλλήλους. Φαίνονται αδιάφοροι, αλλαζόνες και ευθυνόφοβοι. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι ζούμε δυστυχώς σε ένα σύστημα που καίει τους λειτουργούς του.

Η πολυπόθητη παραγωγικότητα δεν επιτυγχάνεται με αξιολογήσεις-προφάσεις της εκάστοτε πολιτικοκομματικής εξουσίας, αλλά με δομικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του δημοσίου και αξιοποίησης ( και όχι μείωσης) του ανθρώπινου δυναμικού του παρέχοντας του σεβασμό και κίνητρα.

Ποια όμως εξουσία θα έχει το θάρρος να αντιπαλέψει τον εαυτό της; Ίσως όμως αναγκαστεί να το κάνει εν όψει της συνολικής κατάρρευσης εξαιτίας της κρίσης, μιας κρίσης που δεν θα αφήσει στο απυρόβλητο και την ίδια.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Μιζέρια: Μια ψυχολογική έννοια




Το έργο του Βίκτωρος Ουγκώ  «Οι Άθλιοι» (“Les misérables)”), ένα από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναφέρεται στην προσπάθεια ενός χαρακτήρα, του Γιάννη Αγιάννη, να ενταχθεί  στην κοινωνία, μέσω της αναγνώρισης, έχοντας ξεκινήσει ως πάμφτωχος κλέφτης μιας φραντζόλας ψωμιού. Εξαιτίας αυτής του της πράξης στιγματίζεται για όλη τη ζωή του από τον εγκλεισμό του στη φυλακή και κατά τη διάρκεια όλου του έργου προσπαθεί να διαφύγει από αυτό το παρελθόν (εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Ιαβέρης-ο αστυνομικός που τον κυνηγά με πάθος). 

Η ιστορία του Γιάννη Αγιάννη έχει αίσιο τέλος και η κάθαρση επιτυγχάνεται στον επίλογο του έργου. Εκεί πια φαίνεται να έχει αποκατασταθεί η αλήθεια του ήρωα μέσα από την αναγνώριση, όχι μόνο από τον δημόσιο κατήγορό του αλλά και από τους σημαντικούς άλλους (την θετή κόρη του και τον άντρα της). Η αποκατάσταση του προσώπου του Αγιάννη έχει να κάνει και με την αντιμετώπιση της ντροπής του στιγματισμού, όταν αποκαλύπτει το παρελθόν του στους δικούς του ανθρώπους, κάτι που ως το τέλος της ζωής του προσπαθούσε να απωθήσει.

Το έργο έχει γραφτεί σε μία περίοδο μεγάλων κοινωνικών αναταραχών και κοινωνικοοικονομικής κρίσης. Όπως και σήμερα, εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού πέφτει στην φτώχεια και την εξαθλίωση.

Καθώς δουλεύω μέσα από την τέχνη, θα επανέρθουμε στην λογοτεχνική αυτή ιστορία και αργότερα, καθώς μπορεί να βοηθήσει στη μεγαλύτερη κατανόηση του θέματος.

Σκοπός του σημερινού άρθρου είναι να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ της φτώχειας και της μιζέριας.
Η φτώχεια είναι η επίπτωση κοινωνικών αιτιών ενώ η μιζέρια αναφέρεται στην ψυχολογική αντανάκλασή της, δηλαδή στο πώς αισθάνεται, συνήθως, ο φτωχός και τι προβάλλεται πάνω του από την κοινωνία. 

Η γαλλική λέξη misère σημαίνει την αθλιότητα, αλλά και τη δυστυχία.

Η μιζέρια φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας διαπροσωπικής συνάντησης. Η κάθε συνάντηση ενεργοποιεί την προβληματική της ταυτότητας αυτών που συναντιούνται. Ακόμη κι από την πρώτη ματιά, αυτόματα λειτουργεί η κατηγοριοποίηση, η κοινωνική σύγκριση από την οποία ανακαλύπτουμε ομοιότητες ή διαφορές από τον άλλο.

Σε αυτή τη διαδικασία παρεμβαίνουν τόσο οι αναπαραστάσεις που έχουμε για τα πράγματα όσο και κοινωνικά στερεότυπα που λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά εμπλέκονται και καθορίζουν τη στάση μας προς τον άλλο.

Στους τελευταίους αιώνες συχνά η φτώχεια συνδέεται με την ανικανότητα, την τεμπελιά και άλλες αρνητικά φορτισμένες ψυχολογικές ιδιότητες. Έτσι, αυτός που εκπίπτει στη φτώχεια έρχεται αντιμέτωπος με όλες αυτές τις αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις και καλείται να τις διαχειριστεί.
Αυτή η διαχείριση όμως είναι εξαιρετικά δύσκολη (αλλά όχι αδύνατη, γιαυτό και επιμένω σήμερα σε αυτό) καθώς το άτομο έρχεται συνεχώς σε επαφή με το απαξιωτικό βλέμμα των άλλων, με τον αποκλεισμό, αλλά και με την επιθετικότητα.

Σε αυτό συμμετέχει και η δική του αντίληψη, καθώς όντας κοινωνικό υποκείμενο, δεν μπορεί παρά να συμμερίζεται τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του ως ένα βαθμό τουλάχιστον, αφού φιλτράρονται και από την άμεση εμπειρία του.

Εσωτερικεύοντας τις αρνητικές αντιλήψεις περί φτώχειας, χάνει τη θέση του. Έτσι, από τη δυσκολία να καλύψει τις ανάγκες της επιβίωσης, καταλήγει στην κακομοιριά (κακή μοίρα) και τη μιζέρια. Η κατάθλιψη εγκαθιδρύεται με συναισθήματα αυτοκατηγορίας, ανικανότητας, αδυναμίας και απαξίωσης του εαυτού.

Η μιζέρια έχει μεγάλο ψυχικό πόνο. Είναι οδυνηρή γιατί δεν αφορά μόνο την ανεύρεση της τροφής, στέγης, ρούχων, αλλά κυρίως γιατί επιφέρει μία κακή εικόνα εαυτού και προκαλεί συναισθήματα αφόρητα, ιδιαίτερα ντροπή.

Η ταυτότητα πλήττεται λοιπόν δραματικά. Συνέπειες αυτής είναι η εγκαθίδρυση της απελπισίας και η παθητικότητα. Εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, η μιζέρια-ως ψυχολογική πραγματικότητα-μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες εξόδου από την φτώχεια.

Ο Γιάννης Αγιάννης, καταφέρνει τελικά να μπει στον ίσιο δρόμο. Να φύγει από την παρανομία (στην οποία είχε υποπέσει εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης αρχικά και αργότερα εξαιτίας του στιγματισμού του ως κλέφτης-όταν κλέβει το σπίτι του ιερέα που είναι ο μόνος που δέχεται να τον φιλοξενήσει μετά την έξοδο του από τη φυλακή) και να ανέλθει κοινωνικοοικονομικά. Αποκτά κύρος και δύναμη.

Σε αυτή τη μεταστροφή του, μοχλός της αλλαγής φαίνεται να είναι η στάση του ιερέα, ο οποίος, όχι μόνο δεν τιμωρεί τον Αγιάννη για την πράξη του, αλλά τον καλύπτει στην αστυνομία. Αργότερα ακολουθεί ένας διάλογος μεταξύ τους που μαζί με την στάση του ιερέα λειτουργεί ως καταλύτης.

Εδώ ερχόμαστε σε επαφή και με την έννοια της συγχώρεσης, ως υπάρχει χώρος για το μαζί (συν+χώρος). Η μιζέρια ένα από τα δεινά που φέρει είναι η αποπροσωποποίηση του υποκειμένου. Το υποκείμενο εργαλειοποιείται, χάνει το πρόσωπό του. Ιδιαίτερα στη φτώχεια και στην ανεργία ο άνθρωπος νοιώθει άχρηστος-μη χρηστικός, λες και πρόκειται για ένα γρανάζι ή κατσαβίδι...

Η αλλαγή του Αγιάννη έχει να κάνει με το ότι ξαναβρίσκει το πρόσωπό του μέσα από τη συνάντησή του με τον ιερέα. Ο ιερέας αναγνωρίζει ότι έχει βρεθεί στην παρανομία λόγω φτώχειας κι όχι εξαιτίας άλλων «φυσικών» αιτιών και γονιδίων.

Η φτώχεια ασχημαίνει τον άνθρωπο. Τα ρούχα του δεν ανανεώνονται, είναι φθαρμένα. Τα μαλλιά του δεν φροντίζονται σε κομμωτήρια ή κουρεία. Τα δόντια του πέφτουν και δεν φροντίζονται γιατί δεν έχει πρόσβαση σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες.

Η συνεχής ενασχόληση με την αναζήτηση για την κάλυψη βασικών αναγκών, δεν αφήνει χρόνο για πνευματική καλλιέργεια ή σκέψη για άλλα θέματα. Έτσι, αναγκαστικά υπάρχει και μία έκπτωση στο γνωστικό επίπεδο.

Από την άλλη, η κοινωνία συνεχώς τονίζει την κοινωνική ανισότητα, ακόμη και οι ίδιοι οι θεσμοί των πιο ανεπτυγμένων χωρών.

Έτσι, οι ατελείωτες ουρές στα συσίτια, στα γραφεία αλλοδαπών για την ανανέωση της άδειας παραμονής, σε οργανισμούς πρόνοιας καταδεικνύουν την απουσία σεβασμού της κοινωνίας προς τους φτωχούς. Η αναμονή είναι ένα από τα πολλά δείγματα εξουσίας καθώς δεν αναγνωρίζεται ότι ο χρόνος αυτού που περιμένει έχει αξία.

Ασπίδα ενάντια στη μιζέρια είναι ένα ισχυρό εγώ. Ένα ισχυρό εγώ δεν θα καμφθεί εύκολα στην αναμέτρησή του με το βλέμμα του άλλου. Η ταυτότητα του στην κρίση αυτή δεν θα υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις. Θα αποφευχθεί η ψυχική αναπηρία αφού η παθητικότητα δεν θα βρει έδαφος για να εγκατασταθεί. Δεν θα σταματήσει η ελπίδα κι άρα ούτε η δράση για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής. Το βλέπουμε συχνά στις θεραπείες, όπου μέσα σε καιρούς ανεργίας και οικονομικής κρίσης τα μέλη των ομάδων καταφέρνουν να βρίσκουν δουλειά και όσο περισσότερο έχουν ενδυναμωθεί ψυχικά, τόσο περισσότερο οι δουλειές που βρίσκουν είναι αξιόλογες.

Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η διάσωση των δημοσίων δομών που παρέχουν ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες στους μη έχοντες. Μπορούν κι αυτές με τον τρόπο τους να βοηθήσουν στην ανάκαμψη της οικονομίας ζωντανεύοντας την ελπίδα των απελπισμένων. Αλλά και οι ιδιώτες, όσοι μπορούμε, νομίζω ότι έχει έρθει ο καιρός να διαθέσουμε κάποιες λίγες ώρες από το εβδομαδιαίο πρόγραμμά μας σε εθελοντική εργασία με άτομα που κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν στη μιζέρια.