Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Εξουσία και διαστροφή


Σκέφτομαι πολύ καιρό αυτό το θέμα, αλλά δεν καταπιανόμουν. Ο λόγος του δισταγμού έγκειται στο ότι οι δύο όροι «εξουσία» και «διαστροφή» επιδέχονται στη βιβλιογραφία πολλαπλές ερμηνείες, οπότε και δυσκολεύει το εγχείρημα.

Εντούτοις, θα προσπαθήσω σήμερα να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου. Το θάρρος το βρήκα από το άρθρο που διάβασα σήμερα σχετικά με το νέο βιβλίο του Γιούργκεν Χάμπερμας που αποκαλεί την κατάσταση της απόλυτης εξουσίας των αγορών πάνω στα κράτη και τις ζωές των ανθρώπων «ανωμαλία».

Η μοναδική μορφή φυσικής εξουσίας που υπάρχει στη ζωή, είναι η γονεϊκή εξουσία. Όσο πιο μικρό είναι το παιδί τόσο πιο μεγάλη είναι. Έτσι, η εξουσία που ασκεί το περιβάλλον στο βρέφος είναι τεράστια, αφού το υποκείμενο δεν διαθέτει καμία αυτονομία να τραφεί μόνο του, να φροντίσει την υγιεινή του, να επικοινωνήσει τις ανάγκες του μέσω του λόγου. Σταδιακά, η γονεϊκή εξουσία συρρικνώνεται και ο γονιός με το παιδί του γίνονται ισότιμοι με την εξατομίκευση και ενηλικίωση του τελευταίου.

Οι υπόλοιπες μορφές εξουσίας δεν είναι φυσικές. Σε άλλες μορφές κοινωνιών, ιδιαίτερα στις μητριαρχικές, οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινότητας. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η ομοφωνία των μελών για τη λήψη μιας απόφασης κι όχι η πλειοψηφία-όπως στις κοινωνίες των Ινδιάνων Χόπι.

Η εξουσία είναι μία θέση που χαρακτηρίζεται από την ισχύ και την ευθύνη για τη λειτουργία της κοινότητας-ομάδας-κράτους-οργανισμού. Πρέπει να μην συγχέουμε την έννοια της εξουσίας με την έννοια της ηγεσίας. Στην δεύτερη περίπτωση, ο ηγέτης αναδεικνύεται με φυσικό τρόπο σε κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Το άτομο που αναδεικνύεται ηγέτης είναι αυτός που διαθέτει όραμα και κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που αναγνωρίζονται από τα μέλη. Ο ηγέτης δεν έχει απαραίτητα εξουσία, καθώς η εξουσία προκύπτει κυρίως από τη θεσμοποίηση μίας θέσης ισχύος, ελέγχου και ευθύνης.

Η σχέση που έχουμε με κάθε μορφή εξουσίας (εργοδότη, κράτος κλπ) αντανακλά την πρωταρχική προσωπική εμπειρία που είχαμε με τη γονεϊκή εξουσία και ιδιαίτερα τον πατέρα. Έτσι, αν ο πατέρας ήταν για παράδειγμα αδιάφορος , τότε η εμπειρία προς την κάθε μορφή εξουσίας μετέπειτα θα φιλτράρεται μέσα από αυτό το βίωμα. Το κράτος ή ο εργοδότης ή ο θεραπευτής (στον οποίο επίσης προβάλλονται συχνά εξουσιαστικά χαρακτηριστικά) στο συγκεκριμένο παράδειγμα, θα φαίνονται αδιάφοροι προς τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το άτομο.

Η εξουσία ωστόσο σε σχέση με τον πληθυσμό πάνω στον οποίο ασκείται χαρακτηρίζεται από μία ανισορροπία ισχύος. Η έννοια της εξουσίας-και σ’αυτό συμφωνούν όλοι οι ορισμοί- δεν μπορεί να νοηθεί έξω από μία σχέση. Έτσι, κάποιος εξουσιάζει κάποιον άλλο.

Τα προσωπεία της εξουσίας είναι πολλά (όπως άλλωστε και τα προσωπεία της γονεϊκής εξουσίας) και αλλάζουν ανάλογα με τις περιόδους και τους πολιτισμούς. Μπορεί να είναι περισσότερο ανεκτικά και δημοκρατικά, ή απολυταρχικά και τυραννικά.
‘Οποιο κι αν είναι το προσωπείο της εξουσίας, η πηγή της είναι η ισχύς. Για να υπάρχει όμως απαραίτητο είναι να υπακούσουν τα υποκείμενα.

Παρόλο που η εξάρτηση του παιδιού από το γονιό δεν είναι πολιτική υποτέλεια, η διαμόρφωση αυτής της σχέσης με την εξάρτηση καθιστά το παιδί επιρρεπές στην υποτέλεια και την εκμετάλλευση. Έχοντας αυτή την εμπειρία της παιδικής ηλικίας έχουμε εσωτερικεύσει τη σχέση με την εξουσία και άρα είμαστε περισσότερο ευάλωτοι μαζικά πια σε αυτήν.

Για τον G.Mendel (1973) τρία είναι τα χαρακτηριστικά της σχέσης εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου: η ανισότητα, η υποταγή και το μυστήριο-απόσταση (που απαιτείται για να συμβάλλει στην προβολή ασυνείδητων επιθυμιών στο πρόσωπο του εξουσιαστή).

Ας δούμε όμως τα πράγματα και από την άλλη σκοπιά.

Τι είναι αυτό το οποίο κάνει κάποια υποκείμενα να διψούν για εξουσία; Σε τι άραγε χρειάζεται τόση ισχύς η οποία να ξεπερνά τις απαιτήσεις της ζωής του οργανισμού και της προστασίας του παιδιού του; Ποιος είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου που επιθυμεί να ασκεί έλεγχο στις ζωές και των άλλων;

Κι εδώ θα μου επιτρέψετε να συσχετίσω αυτή την επιθυμία με τη διαστροφή. Η διαστροφή, όπως και η εξουσία δεν μπορεί να οριστεί πέρα από τα πλαίσια της σχέσης. Στην πραγματικότητα όμως η διαστροφή είναι μία μορφή παθολογίας της σχέσης. Μία αντί-σχέση που χαρακτηρίζεται από αντικοινωνικότητα

Συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε την έννοια της διαστροφής αναφερόμενοι στη σεξουαλικότητα. Στην περίπτωση αυτή, η διαστροφή ορίζεται ως μία απόκλιση που έχει να κάνει είτε με το αντικείμενο της επιθυμίας (π.χ. παιδιά στην παιδοφιλία), είτε με τον στόχο (π.χ. τη θέαση στην οφθαλμολαγνία), είτε με την ερωτογενή ζώνη (το παράδειγμα του φετιχισμού)είτε με την αναγκαιότητα ύπαρξης συγκεκριμένων ιδιαίτερων συνθηκών προκειμένου να υπάρξει η ερωτική ικανοποίηση.

Εντούτοις, τελευταία βρίσκουμε και ορισμούς της διαστροφής που δεν αφορούν πια αποκλειστικά την σεξουαλική παρεκλίνουσα συμπεριφορά.

Ο Φρόυντ αναφέρει ότι η διαστροφή εμφανίζεται όταν υπάρχει ένα μπλοκάρισμα στην εξέλιξη του παιδιού εξαιτίας του φόβου του ευνουχισμού. Μην μπορώντας να αποχαιρετήσει το παιδί την κατάσταση του ερμαφροδιτισμού-της νιρβάνας ή της παραδεισένιας κατάστασης της απόλυτης αυτάρκειας-προκειμένου να κατακτήσει τη φυλετική του ταυτότητα κατασκευάζει φαντασιακά σενάρια στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο.

Η σημασία του σταδίου του ευνουχισμού έχει γίνει κατανοητή από όλες τις θρησκείες. Έτσι, για παράδειγμα η περιτομή, το κόψιμο των μαλλιών κατά την ορθόδοξη βάφτιση, ή άλλες τελετές μύησης υπάρχουν για να διαχειριστούν ακριβώς αυτή την ιδέα ότι το υποκείμενο δεν είναι ικανό να διαπράξει το κάθετί εξαιτίας του φαλλού (σύμβολο ισχύος). Όλα αυτά φυσικά πρέπει να τα καταλάβουμε μέσα από τους συμβολισμούς τους κι όχι μέσα από την κυριολεξία τους.

Στην περίπτωση της διαστροφής, το υποκείμενο συνεχίζει να αναζητά τον άλλο, όμως ο άλλος αποπροσωποποιείται και εργαλειοποιείται. Γίνεται μόνο ένας ρόλος που βοηθά στην αναπαράσταση της φαντασίωσης που έχει αντικαταστήσει την πραγματικότητα κι όπου το υποκείμενο αισθάνεται ότι έχει τον πλήρη έλεγχο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μία πληθώρα μέσων δια-στρέφονται, αλλάζουν δηλαδή κατεύθυνση. Έτσι, βλέπουμε ανθρώπους που κυνηγούν το χρήμα-που από ανταλλακτικό μέσο φαντασιώνεται ως μέσο που φέρει ισχύ και έλεγχο. Σε καιρό πολέμου οι γυναίκες του εχθρού βιάζονται για να φανεί η κυριαρχία του νικητή, ενώ ο βασιλιάς δικαιούται συνήθως να έχει χαρέμι..

Η εξουσία διαστρέφει τα υποκείμενα. Τα αλλοτριώνει και τα μεθάει. Είναι σαν Διονυσιακή μέθη που αλλοιώνει τη συνείδηση και τον ορθό λόγο. Όχι πάντα βέβαια κι αυτό έχει να κάνει με την ωριμότητα του υποκειμένου που έχει βρεθεί σε θέση εξουσίας-που δυστυχώς είναι σπάνια. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Μαντέλα-που αποσύρθηκε από την εξουσία λόγω γηρατιών εκκούσια, σε αντιπαράθεση με παραδείγματα άλλων γερόντων που δεν αφήνουν τον «θρόνο» παρά μόνο όταν έρχεται ο θάνατος.

Από την άλλη, βλέπουμε συχνά να υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ της εξουσίας και των σεξουαλικών αποκλίσεων. Έτσι τα διάφορα σεξουαλικά σκάνδαλα που ξεσπούν και αφορούν πρόσωπα εξουσίας (από την παιδοφιλία των θρησκευτικών αρχηγών του Βατικανού, ως τις περιπέτειες του Στρος-Καν, του Μπερλουσκόνι κ.ά) μπορεί να προκαλούν αίσθηση, αλλά σίγουρα δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν αφού η ρίζα τους είναι κοινή με τη δίψα για την εξουσία.

Είναι ευτυχισμένοι αυτοί οι άνθρωποι; Φυσικά και δεν είναι. Και το βλέπουμε από την κατάχρηση ουσιών, τις κακές σχέσεις με τους δικούς τους ανθρώπους, τον αυτοεξευτελισμό. Πρόκειται για ναρκισσιστικά διαταραγμένες προσωπικότητες που χρήζουν θεραπείας, αλλά ποτέ δεν θα προσέλθουν σε κάποιο γραφείο Ψ. Επειδή κατέχουν υψηλά αξιώματα ο πληθυσμός τείνει να εξιδανικεύει γιατί και όμορφα ρούχα φορούν και χρήματα έχουν και διαθέτουν την (τόσο παρεξηγημένη) ταμπέλα της επιτυχίας.

Η δίψα για εξουσία υπόκειται στη φροϋδική αρχή του θανάτου. Και υπό αυτή την έννοια η έννοια της διαστροφής είναι συνδεδεμένη με την εξουσία. Το υποκείμενο που διψά για κυριαρχία ξεκινά από τη σαγήνη, προχωρά με την επιρροή και καταλήγει στην κυριαρχία. Ο εξουσιαζόμενος λειτουργεί σαν υπνωτισμένος. Ο πόνος του τελευταίου δεν μπορεί να απουσιάζει σε ένα τέτοιο παιχνίδι εξουσίας. Σε αυτό συνηγορούν οι εργασίες του Goffman που μας έδειξαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει συναίνεση στον κυρίαρχο λόγο χωρίς κάποια μορφή καταπίεσης και βίας.

Πριν από 12, ήδη, χρόνια η Εταιρεία Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας είχε πραγματοποιήσει ένα καταπληκτικό συνέδριο στις Σπέτσες με θέμα: «Εξουσία, βία, πόνος». Τα πρακτικά του συνεδρίου έχουν κυκλοφορήσει σε δύο τόμους από τις εκδ. Καστανιώτη και όποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για το θέμα μπορεί να δει ξεκάθαρα σε αυτά τα κείμενα πόσο άρρηκτα συνδεδεμένος είναι ο πόνος με τη βία της εξουσίας.

Βία που εκδηλώνεται άλλοτε απροκάλυπτα με σωματική τιμωρία και προσπάθεια εκμηδενισμού των υποκειμένων κι άλλοτε καλυμμένα μέσα από ψυχολογική βία (π.χ. εκβιασμοί κ.ά.).

Το σίγουρο πάντως είναι ότι έχει τόσο πολύ νομιμοποιηθεί η εξουσία που έχει φυσικοποιηθεί, θεωρείται δηλαδή μία φυσική κατάσταση κι ως τέτοια δεν επιδέχεται γνωστικής επεξεργασίας.

Η νομιμοποίησή της έχει να κάνει τόσο με την πρωταρχική εμπειρία με τη γονεϊκή εξουσία που αναφέραμε, όσο και με την ιδεολογία και το συλλογικό φαντασιακό-που προβάλλεται πάνω στις μορφές εξουσίας και απαρτίζεται από ελπίδες για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης ή ακόμη και για διάσωση σε περιόδους κρίσεων.

Κλείνοντας θα ήθελα να θυμηθούμε τα λόγια του Πασκάλ: «Αφού δεν κάναμε ισχυρή τη δικαιοσύνη κάναμε δίκαιο ό,τι είναι ισχυρό»...κι ο συνειρμός μου αναπόφευκτα με οδηγεί σε εκείνο το «ό,τι νόμιμο και ηθικό» που είχαμε ακούσει πριν λίγα χρόνια.

Ο νόμος, όμως, όπως μας λέει ο Θ. Λίποβατς διαφοροποιείται από την εξουσία. Διαφοροποιείται γιατί προκύπτει από το λόγο κι όχι από το φαντασιακό.
Τώρα βέβαια τίθεται το ερώτημα ποιος νομοθετεί; Αλλά κι αυτό έγκειται στην εκάστοτε ιστορικοκοινωνική στιγμή, ενώ οι όποιες απαντήσεις ξεπερνούν τα όρια της ταυτότητας του ψυχολόγου.