Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Οι κρυφές αλυσίδες των "δεμένων" οικογενειών

Annie Kurkdjian



Καθημερινά εντυπωσιάζομαι από "λεπτομέρειες" που αποκαλύπτονται από ανθρώπους που βρίσκονται σε ψυχοθεραπεία και που δεν θεωρούσαν σημαντικές για να τις φέρουν νωρίτερα στις συνεδρίες...

Κάποια στιγμή θα έρθουν στον λόγο των ανθρώπων αυτά τα στοιχεία σχεδόν τυχαία... 

Ένα δάνειο που ο πατέρας ή η μητέρα πήραν κάποτε και έβαλε ο/η θεραπευόμενος / η την υπογραφή, μοιραζόμενος/η την ευθύνη χωρίς να δίνει την παραμικρή ωστόσο σημασία ως προς αυτό εκείνη την ώρα, έχοντας κατά νου, ότι στην οικογένεια, αυτά είναι ζητήματα που δεν χρίζουν συζήτησης ή αντίρρησης, πόσο μάλλον άρνησης... 

Ενίοτε ο νεαρός γιος, αλλά και ο γηραιότερος γονιός, μπορεί να βρεθεί συνέταιρος σε μία επιχείρηση ενός άλλου μέλους της οικογένειας. Δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως θέμα, αν ένας τέτοιος συνεταιρισμός είχε μία πραγματική υπόσταση κι όχι μόνο τυπική. Όπως και νά'χει είτε πάει καλά η επιχείρηση-στην ευτυχέστερη των περιπτώσεων- είτε όχι, το τυπικό μέλος αντιμετωπίζει προβλήματα σε κάθε βήμα αυτονομίας. Π.χ. σε μία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, φορολογικά ζητήματα κλπ. 

Το τι συμβαίνει με την οικογενειακή περιουσία είναι ένα ζήτημα μεγάλου ψυχοθεραπευτικού ενδιαφέροντος. Μπορούμε να καταλάβουμε πολλά για την οικογενειακή δυναμική και την σχέση των μελών αλλά και τις προθέσεις των κληροδοτών.

Ας πούμε θα δούμε περιουσίες εξ'αδιαιρέτου που καταλήγουν σε αχρηστία ακριβώς γιατί η επιθυμία των κληροδοτών ήταν να είναι "δεμένα" τα αδέρφια -συνήθως- που το κληρονομούν. Η ασυνεννοησία σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από δυσλειτουργική επικοινωνία μεταξύ των κληρονόμων, αλλά μπορεί να σχετίζεται με διαφορετικές ανάγκες, επιθυμίες, την οικονομική κατάσταση κλπ. 

Νομικά ζητήματα παρεμβαίνουν και καθορίζουν σχέσεις μέσα στις οικογένειες και δεν πρέπει να τα ξεχνάμε οι ψυχοθεραπευτές βγάζοντας εύκολα συμπεράσματα. Ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί να είναι όταν ο γονιός κρατά την επικαρπία της περιουσίας ενώ δίνει την κυριότητα στο παιδί του. Αν για παράδειγμα ο φόρος κληρονομιάς είναι δυσανάλογα μεγάλος στη μία περίπτωση, τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Παρόλα αυτά, διαπιστώνουμε ότι συνήθως υπάρχει μία τάση ελέγχου της περιουσίας από αυτόν που δεν αφήνει την επικαρπία μαζί με την κυριότητα. 

Δεν θα ξεχάσω το δέσιμο που έχει μία γυναίκα με τον οικογενειακό τάφο της οικογένειας στον οποίο βρίσκεται ο άντρας της, πεθαμένος πάνω από δεκαετία. Τα παιδιά της υποχρέωναν σχεδόν την γυναίκα αυτή που πάλαιψε χρόνια να συνέλθει από το πένθος της, να πηγαίνει σε εβδομαδιαία βάση στο κοιμητήριο για να φροντίζει τον τάφο "για να μην λέει κάτι αρνητικό ο κόσμος"... 

Σύζυγος που εργάζεται σε εργασία συζύγου δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Σημαίνει αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος συνήθως και δεν είναι απαραίτητα δυσλειτουργικό, ωστόσο για να λειτουργήσει θα πρέπει να είναι καλά οριοθετημένο ώστε να μην πλήττεται ο αυτοσεβασμός κανενός-κάτι εξαιρετικά σπάνιο!

Το παιδί που προορίζεται για την οικογενειακή επιχείρηση, αδιαφορώντας για το τι εκείνο θέλει είναι ένα σοβαρό ακανθώδες ζήτημα, ιδιαίτερα όταν η οικογενειακή επιχείρηση είναι κερδοφόρα. Πόσο κουράγιο χρειάζεται ο νέος για να βρει την θέση του μέσα σε μία τέτοια κατάσταση.... Πόσο δύσκολο είναι για τον γονιό να αποδεχθεί την ετερότητα του παιδιού του και μία ενδεχόμενη άρνηση του για συνέχεια της επιχείρησης...  

Μία περίπτωση κραυγαλέα που δεν πιστεύω ότι βρίσκουμε παράδειγμά της σε άλλες χώρες αποτελούσε το επίδομα άγαμης θυγατέρας, το οποίο καταργήθηκε μόλις φέτος. Αυτό το επίδομα το έπαιρνε η κόρη στρατιωτικών εφόσον δεν εργαζόταν και δεν είχε παντρευτεί! Φανταστείτε ότι πριν λίγα χρόνια αυτό το επίδομα άγγιζε τα 800 ευρώ τον μήνα κι ότι για να προχωρήσει μία τέτοια γυναίκα σε μία έναρξη εργασίας ή έναν γάμο θα έπρεπε να πάρει την σθεναρή απόφαση να γυρίσει την πλάτη σε αυτά τα χρήματα... 

Οι περιπτώσεις αυτές είναι πολλές και δεν σχετίζονται μόνο με την δυσλειτουργία της οικογένειας, αλλά με την δυσλειτουργία του κράτους στο πως χειρίζεται τους πολίτες μέσα από τους θεσμούς του, στην προκείμενη περίπτωση, μέσα από την οικογένεια.

Η ελευθερία θα έπρεπε να είναι πρόταγμα όχι μόνο των ίδιων των ατόμων για τους εαυτούς τους, αλλά και των μελών της οποιαδήποτε σχέσης για τα άλλα μέλη της σχέσης (είτε πρόκειται για ζευγάρια, είτε πρόκειται για οικογένειες). 

Πολλοί πιστεύουν ότι οι δεσμοί οικογενειακής εξάρτησης είναι αυτοί που κρατούν κοντά τα μέλη της οικογένειας και ότι έτσι μπορούν να αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμία ασφάλεια αν αυτό το "μαζί" δεν αποτελεί μία ελεύθερη επιλογή κι όχι καταναγκασμός. 

Σε μία οικογένεια "δεμένη", με τον τρόπο που αναφέρουμε πιο πάνω, πράγματι τα μέλη είναι εξαρτημένα μεταξύ τους. Ωστόσο οι συγκρούσεις, οι διαμάχες και η εχθρότητα δεν είναι σπάνια φαινόμενα. 

Όταν η οικογένεια σέβεται και προάγει την αυτονομία των μελών της, τότε οι σχέσεις είναι πολύ καλύτερες. Στις οικογένειες φυσικά βοηθά ο ένας τον άλλον όταν το χρειάζεται, όπως συμβαίνει σε κάθε ανθρώπινη κοινότητα. Μόνο, που δεν χρειάζεται να δημιουργούνται συνεχώς προβληματικές καταστάσεις για να επιβεβαιώνεται αυτή η ενότητα. Μία τέτοια περίπτωση σε μεγέθυνση είναι οι οικογένειες των εξαρτημένων, όπου η εξάρτηση του παιδιού έχει ως στόχο την συνοχή αλλά και αναδιαμόρφωση της οικογενειακής δυναμικής. 

Αν καταλάβουν τα μέλη ότι μπορούν όλοι να είναι μαζί αλλά και αυτόνομοι, μπορεί να ξεκινήσει μία καλή περίοδος στην σχέση τους με συναισθήματα πληρότητας και ικανοποίησης. 

Υπάρχουν κι άλλες αλυσίδες, που είναι περισσότερο φανερές και περισσότερο συνειδητές μέσα στις οικογένειες και που εμπεριέχονται στα προηγούμενα παραδείγματα. Για αυτές όμως θα τα πούμε άλλη φορά... 


Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν αυτός που το χρειάζεται δεν πηγαίνει στον ψυχολόγο

Μάρλον Μπράντο και Βίβιαν Λη,ως "Στάνλευ" και "Μπλανς" στο "Λεωφορείο ο Πόθος". Οι περισσότερες ηρωίδες του Τέννεσση Ουίλλιαμς καταλήγουν με την βία στο ψυχιατρείο. Για περισσότερα πάνω στο θέμα μπορείτε να δείτε την συγκεκριμένη μελέτη

Είναι τόσο συχνή η ανησυχία και το αίτημα για θεραπεία κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας, που δεν μπορώ παρά να γράψω λίγα πράγματα για το θέμα αυτό.

Χτυπά το τηλέφωνο και από την άλλη πλευρά της γραμμής ακούγεται η αγωνία ενός ανθρώπου, αγωνία όχι για τον εαυτό του, αλλά για κάποιο άλλο, κοντινό και σημαντικό, συνήθως αγαπημένο.
Αναφέρει την επιθυμία του να κλείσει συνεδρία για τον άλλον, γιατί ο ίδιος κρίνει ότι ο άνθρωπος του χρειάζεται ψυχολόγο.

Τι κάνουμε σε μία τέτοια περίπτωση οι ειδικοί ψυχικής υγείας;

Καταρχήν, πρέπει να διερευνήσουμε αν ο άλλος άνθρωπος είναι ενήλικας.

Κατά δεύτερον, ρωτάμε αν το άλλο πρόσωπο επιθυμεί να δει κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Αν επιθυμεί και είναι ενήλικας, διερευνούμε γιατί ο ίδιος δεν πήρε την πρωτοβουλία να τηλεφωνήσει. Υπάρχουν αρκετές εξηγήσεις γιαυτό και γιαυτό χρήζει διερεύνησης.

Αν δεν επιθυμεί και είναι ενήλικας;

Εκεί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα με τον ίδιο. Δεν μπορεί να κάνει κανένας θεραπεία με το ζόρι. Λέμε ότι η άρθρωση του αιτήματος από τον άνθρωπο που έρχεται στο γραφείο είναι μέρος της ίδιας της θεραπείας, καθώς αναγνωρίζει ότι κάτι τον δυσκολεύει και θέλει να το αλλάξει.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που το περιβάλλον πιέζει πολύ κάποιον να επισκεφτεί ψυχολόγο και το πετυχαίνει. Ο άνθρωπος έρχεται χωρίς ο ίδιος να το πιστεύει. Έρχεται κυρίως για να κάνει το χατήρι στον άλλον, ή για να ησυχάσει από την συνεχή πίεση.  Ο άνθρωπος αυτός, όπως είναι φυσικό, έρχεται πολύ αρνητικά προκατειλημμένος στο γραφείο, "κουμπωμένος" και παθητικά επιθετικός (χωρίς να το συνειδητοποιεί τις περισσότερες φορές). Εμφανίζει πλήθος δυσκολιών, όπως αργεί πολύ να φτάσει, δεν έχει τι να πει, έχει νευρικότητα, ξεχνά το ραντεβού κλπ. Δεν θέλει να είναι εκεί! Έχει "κλειδώσει" και η θεραπευτική σχέση-το όχημα για την αλλαγή- δεν λειτουργεί.

Φυσικά και δεν μπορεί να γίνει κανενός είδους ψυχοθεραπευτική δουλειά με έναν άνθρωπο ο οποίος έρχεται για να κάνει το χατήρι στον άλλον. Για να γίνει δουλειά, είναι απαραίτητη πρώτα η αναγνώριση του προβλήματος και η προσωπική επιθυμία για θεραπευτική παρέμβαση ως αναγκαιότητα για την καλή πορεία της ζωής του.

Συχνά, σε συγκρουσιακές οικογένειες, ή ζευγάρια, η προτροπή να πάει κάποιος σε ψ, αποτελεί προσβολή προς το άλλο μέλος. Πάντα έχει να κάνει με την στιγμή που αυτό λέγεται και την συνολικότερη ατμόσφαιρα. Φυσικά ο άλλος αμύνεται και ο ψ. γίνεται ναρκισσιστική απειλή του κι όχι σύμμαχός του, όπως πράγματι είναι. Έτσι, δυστυχώς η προτροπή να πάει κανείς σε Ψ. μέσα σε στιγμές σύγκρουσης, γίνεται εργαλιακά με στόχο τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Του λέει δηλαδή, εμμέσως, "να πας να κοιταχτείς γιατί έχεις πρόβλημα", πετώντας του το μπαλάκι της δυσλειτουργικής σχέσης και ψυχολογιοποιώντας τον. Η ψυχολογιοποίηση είναι μέσο επιβολής και επιχείρηση μείωσης της επιρροής του άλλου. Π.χ. όταν λέμε για κάποιον ο οποίος μιλά "Είναι τρελός", τότε παύουμε να ακούμε το περιεχόμενο του λόγου του. (Ωστόσο το φαινόμενο της ψυχολογιοποίησης-πρώτη φορά διερευνημένο σε βάθος από τον Στ. Παπαστάμου και συνεργάτες του-είναι πιο περίπλοκο και κάποια στιγμή θα γράψω περισσότερα γιαυτό).

Τι κάνουμε λοιπόν όταν μας έρχεται ένα αγωνιώδες αίτημα από ένα άλλο μέλος της οικογένειας κι ο ίδιος, περί του οποίου ο λόγος, δεν θέλει να κάνει θεραπεία; (Εξαιρούμε εδώ τις περιπτώσεις μακροχρόνιας σοβαρής ψυχοπαθολογίας όπου μπορεί να κινδυνεύει το ίδιο το υποκείμενο ή το περιβάλλον του. Και γι αυτό το θέμα χρειάζεται να αναφερθούμε στο μέλλον).

Σίγουρα δεν "συνομωτούμε" με το μέλος της οικογένειας για να δούμε τον άνθρωπο μέσα σε σενάρια του τύπου: "ελάτε από το σπίτι, δεν θα του πω ότι είστε ψυχολόγος, να τον δείτε, να του μιλήσετε και θα σας πληρώσω την επίσκεψη". Αλίμονο! Η σχέση ψυχολόγου και ψυχοθεραπευόμενου βασίζεται στην εμπιστοσύνη! Ακόμη (και ιδιαίτερα) κι αν είναι περίπτωση ψύχωσης, η συνομωσία με μέλη του περιβάλλοντος αντί να βοηθήσει τον άνθρωπο, τον οδηγεί σε παράνοια (αντιλαμβάνεται το παράξενο του πράγματος και φαντασιώνει κάτι το απειλητικό-και με το δίκιο του!).

Αυτό που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε είναι να δουλέψουμε με τον άνθρωπο που φέρει το αίτημα. Αυτόν που ανησυχεί. Εκείνος εκφράζει ένα αίτημα και μάλιστα με αγωνία! Θα πρέπει κι ο ίδιος να καταλάβει ότι θεραπεία δεν γίνεται αν δεν υπάρχει αίτημα από τον ίδιο τον θεραπευόμενο! Αν ο ίδιος αποδεχτεί να δουλέψει ψυχοθεραπευτικά πάνω στο θέμα της ανησυχίας του αλλά και της σχέσης που έχει με τον άλλον, τότε η δική του αλλαγή επιδρά πάνω στο άλλο μέλος και αλλάζει και εκείνο. Η συστημική θεωρία μας έχει βοηθήσει πολύ να δούμε ότι  η οικογένεια, το ζεύγος, μία ομάδα αποτελούν συστήματα όπου όταν αλλάξει ένα μέλος, αλλάζουν και τα άλλα και οι μεταξύ τους σχέσεις.

Έτσι, ο άνθρωπος που εκφράζει ένα σύμπτωμα αλλά αρνείται, για τους δικούς του λόγους, να επισκεφτεί ψυχολόγο, αλλάζει έμμεσα με την αλλαγή του μέλους που έχει εκφράσει την ανησυχία του και δουλεύει θεραπευτικά γιαυτήν. Κι αυτό επιτυγχάνεται γιατί μειώνεται το στρες του απέναντι στην δυσκολία του αγαπημένου μέλους, μπορεί να την αντιμετωπίσει και να την δει σε άλλη διάσταση, να καταλάβει που είναι η δική του συμβολή στην επιδείνωση του προβλήματος και να κάνει αλλαγές.

Μειώνοντας το άγχος του οικείου για το πρόσωπο που φέρει την δυσκολία ή το σύμπτωμα, τότε το ίδιο αρχίζει να αναλαμβάνει την δική του ευθύνη, καθώς όπως είναι φυσικό-αλλά δυστυχώς όχι πάντα ορατό, όταν κάποιος ανησυχεί πάρα πολύ για τον άλλον, τότε εκείνος παύει να ανησυχεί για τον εαυτό του. Αυτό δεν σημαίνει ότι περνά στην αδιαφορία, αλλά λειτουργεί ωφέλιμα και όχι βλαβερά για τον ίδιο, τον άλλον και την σχέση τους...

 Ένα άλλο όφελος που υπάρχει δουλεύοντας ψυχοθεραπευτικά με τον άνθρωπο που εκφράζει το αίτημα είναι καθώς η σχέση βελτιώνεται, παύει να πιέζει το άλλο μέλος να επισκεφτεί ψυχολόγο, με τον τρόπο που το έκανε, και τότε μπορεί ο φέρων το σύμπτωμα (αν πράγματι το φέρει!) να το αποφασίσει μόνος του, αφού δεν υπάρχει πια σχέση κόντρας με την οικογένεια γιαυτό το θέμα.  Αν το αποφασίσει, κι αυτή η απόφασή του προέρχεται όχι από συμμόρφωση, αλλά από δική του ενδοσκόπηση και αναγνώριση της δυσκολίας του, τότε είναι πολύ κοντά στην αλλαγή για την βελτίωση της ποιότητας της ζωής του.

Υπάρχει και μία τελευταία περίπτωση, ωστόσο αρκετά συχνή. Να ανησυχεί κάποιος για τον άλλον όχι γιατί το άλλο μέλος χρήζει ανησυχίας και θεραπείας, αλλά γιατί αναδύονται ασυνείδητα συναισθήματα και σκέψεις οι οποίες έχουν περισσότερο να κάνουν με τα προσωπικά του βιώματα και τραύματα παρά με το γεγονός ότι ο άλλος βρίσκεται πράγματι σε κρίση.

Έτσι, μόνο μέσα από την διερεύνηση του αιτήματος και την δουλειά πάνω στο θέμα της ανησυχίας του μέλους μπορούμε πραγματικά να πετύχουμε θεραπευτικά αποτελέσματα ευεργετικά τελικά για όλη την οικογένεια, ή την σχέση γονιών παιδιών, ή το ζευγάρι.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Περί μυστικών...


Συναντώντας πολύ συχνά την ύπαρξη μυστικών μέσα στην οικογένεια, αλλά και σε άλλες σχέσεις, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να σταθούμε λίγο σε αυτό το θέμα, καθώς η ύπαρξη μυστικών μέσα στην ομαδική δυναμική μπορεί να προκαλέσει τόσο δυσαρμονία στις σχέσεις των μελών μεταξύ τους, όσο και  ανάπτυξη διαφόρων ψυχοπαθολογιών.

Η λέξη μυστικό βρίσκεται στην ίδια οικογένεια με τις λέξεις μυστήριο, μύηση, μύστης... 

Το μυστήριο είναι μία ποιότητα που ελκύει, σαγηνεύει αλλά ταυτόχρονα προκαλεί το δέος μπροστά στο άγνωστο. Αν το δούμε στην άλλη του σημασία, αυτή που το σχετίζει με την τελετουργία, τότε το μυστήριο είναι αυτό που δένει το άτομο με την θρησκευτική κοινότητα η οποία και αναγνωρίζει περάσματα όπως είναι η βάπτιση, ο γάμος, ο θάνατος.
Η χρήση των μυστικών από ομάδες εκτός από το ότι ενισχύουν τη συνοχή τους, δημιουργούν κι ένα πέπλο μυστηρίου γύρω τους, κάνοντάς τες να μοιάζουν πολύ σημαντικές και πανίσχυρες.

Το μυστικό περιέχει κάτι που το γνωρίζει και το μοιράζεται μόνο ένα μέρος του κοινωνικού συνόλου (οικογένεια, σχέση ζεύγους, κοινωνία, σχολική τάξη, ομάδας).  Είναι κάτι το οποίο δένει όσους συμμετέχουν σε αυτό σε μία σχέση υψηλότερης εγγύτητας από τα άλλα μέλη του συνόλου, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη υποομάδα και άρα προκαλεί διχαστικά φαινόμενα.

Το μυστικό πάντα εξάπτει την περιέργεια όσων δεν γνωρίζουν το περιεχόμενό του κι αποτελεί πάντα πηγή σαγήνης και έλξης. Στο σημείο αυτό μπορούμε να σκεφτούμε ερωτικές εξωσυζυγικές σχέσεις που διακατέχονται από έντονα ερωτικά συναισθήματα όσο είναι κρυφές, ενώ όταν αποκαλύπτονται χάνουν τη μαγεία και την ερωτική τους ένταση.

Από την άλλη, αυτοί που το μοιράζονται αποκτούν μια μορφή εξουσίας πάνω στο σύνολο, αυτή που στηρίζεται στον έλεγχο και σε ένα υψηλότερο επίπεδο γνώσης.

Έτσι το ίδιο το μυστικό ενισχύει τους δεσμούς των μελών που το μοιράζονται. Τα δένει. Το περιεχόμενό του αποκτά μία ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, μόνο και μόνο επειδή είναι μυστικό.



Ταυτόχρονα δημιουργεί ένταση καθώς τα μέλη πρέπει να διαφυλάξουν τη μυστικότητά του. Αυτή η ένταση σχετίζεται συχνά και με την ενοχή (απέναντι σε αυτούς που δεν γνωρίζουν και έχουν-εξαιτίας αυτής τους της άγνοιας-αποκλειστεί από την υποομάδα).

Το μυστικό στις οικογένειες είναι ένα αγκάθι που χαλάει τις σχέσεις των μελών και δημιουργεί συμμαχίες και αντίπαλα στρατόπεδα, με έναν τρόπο έμμεσο-αλλά που πάντα γίνεται αντιληπτός από τα μέλη του.

Ιδιαίτερα στη σχέση μητέρας και κόρης, το μυστικό συνδέεται με την λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητη προσπάθεια της μητέρας να προσαρτίσει την κόρη με το μέρος της ενάντια στον πατέρα συνήθως.

Συμβαίνει όμως και το αντίστροφο. Τα παιδιά συχνά εκμυστηρεύονται ένα μυστικό σε έναν από τους δύο γονείς και απαιτούν τη διαφύλαξή του από τον άλλο.

Το δεύτερο μέλος στο οποίο γίνεται η εκμυστήρευση του μυστικού συνήθως αισθάνεται κολακευμένο, καθώς αναγνωρίζεται ως έμπιστο και ικανό άτομο για τη διαφύλαξη του μυστικού, και εξαιτίας αυτής της ναρκισσιστικής τροφής συνήθως, αποδέχεται τη διαφύλαξη του μυστικού.

Ο γονιός σε αυτή την περίπτωση που αποδέχεται το μυστικό ή το μοιράζεται με το παιδί του καταλαμβάνει μία θέση ελέγχου, κεντρική στην οικογένεια. Μπαίνει στην ουσία εμπόδιο στη σχέση εγγύτητας του παιδιού με τον άλλο γονιό-με τον οποίο αναπτύσσεται αναπόφευκτα μεγαλύτερη απόσταση.

Όμως, το βάρος του μυστικού σχετίζεται και με την ευθύνη που φέρει η γνώση του και ο αποκλεισμός των άλλων από αυτό.

Βέβαια μέσα στην οικογένεια, έχουμε διαφορετικούς ρόλους. Και η ύπαρξη μυστικών στις σχέσεις που χαρακτηρίζονται από συμμετρία δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με τα μυστικά των σχέσεων που είναι ασύμμετρες. Δηλαδή, είναι φυσικό να μην μοιράζεται το ζευγάρι ό,τι λέει και κάνει με τα παιδιά. Παρομοίως, τα αδέρφια μεταξύ τους, μπορούν να έχουν μυστικά από τους γονείς τους-χωρίς αυτό να προκαλεί παθολογία στην οικογενειακή δυναμική. Εκεί που υπάρχει το πρόβλημα είναι όταν ο ένας γονιός με ένα από τα παιδιά του δημιουργεί συμμαχικές σχέσεις μέσω των μυστικών.

Η ενοχή πέρα από το ότι φέρει τα μέλη σε σύγκρουση, τα φέρνει και αντιμέτωπα με ζητήματα ηθικά που σχετίζονται με την διαχείριση του απαγορευμένου. Αναμοχλεύουν οιδιποδειακά κατάλοιπα, αφού εκεί έρχεται κάποιος συνειδητά σε επαφή με την βασική απαγόρευση της αιμομιξίας.  

Η διαφύλαξη μυστικών στην οικογένεια μπορεί να έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη διάρκεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, η ενοχή που σχετίζεται με τον αποκλεισμό των άλλων, λειτουργεί ως μπούμερανγκ στις αρχικές συμμαχικές σχέσεις. ΄Ετσι, το παιδί μεγαλώνοντας, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τη σχέση του με τα μέλη που δεν γνώριζαν το μυστικό, τα προσεγγίζει, ενώ παράλληλα εμφανίζεται μεγάλος θυμός απέναντι σε αυτόν που δημιούργησε τη συμμαχία στο παρελθόν.

Η ύπαρξη μυστικών είναι πολύ συχνό φαινόμενο στις οικογένειες των εξαρτημένων, αλλά και σε ψυχώσεις-ιδιαίτερα σε μορφές που χαρακτηρίζονται από παρανοϊδή αγωνία.

Ιδιαίτερα στις ψυχώσεις, συναντάμε πολύ συχνά μυστικά που αναφέρονται ιδιαίτερα στην καταγωγή του παιδιού. Μυστικά σε σχέση με τους προγόνους που αποκρύπτονται είτε εξαιτίας ντροπής, είτε για άλλους λόγους. Η ύπαρξη μυστικών επιφέρει ένα νεφελώδες τοπίο που γίνεται αντιληπτό από τους άλλους και είναι το γονιμότερο έδαφος για την παραγωγή μεγάλης ποικιλίας φαντασιώσεων.  Από την άλλη, η μη γνώση των ριζών του ατόμου, αναχαιτίζει την υποκειμενοποίησή του και την συγκρότηση της ταυτότητας του. Σίγουρα, ο άνθρωπος αντιμετωπίζει καλύτερα την πραγματικότητα-όσο σκληρή και να είναι- από την όποια φαντασίωση.

Το ίδιο όμως μπορούμε να το δούμε και σε μεγαλύτερες κοινωνικές οργανώσεις που καλύπτονται από μυστικότητα. Αποτέλεσμά τους είναι η δημιουργία θεωριών συνομωσίας, κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που συμβαίνει στον ψυχισμό του παρανοϊκού.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Σκιαγραφώντας το προφίλ του εξαρτημένου και της οικογένειάς του


(Εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 14 Μαΐου 2011, στην Εταιρεία Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας)

 
Από την αρχή των σπουδών μου είχα ένα σοβαρό δίλημμα επιλογής ανάμεσα στην κοινωνική και την κλινική ψυχολογία. Ένα σοβαρό γνωστικό αλλά και ιδεολογικό πρόβλημα μπορεί να προκύψει μέσα από τον ψυχολογισμό, αλλά και μέσα από τον κοινωνιολογισμό εφόσον αυτοί γίνονται μονομερώς. Ευτυχώς, στην πορεία της δουλειάς, το δίλημμα φάνηκε να ελαχιστοποιείται, καθώς η κλινική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων έδωσε τη λύση.
Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης βρίσκεται ακριβώς στον κόμβο συνάντησης της ατομικής παθολογίας και της κοινωνικής δυσφορίας. Η τοξικομανία δεν μπορεί να καταταχθεί ως ψυχική ασθένεια, καθώς πρόκειται για μια πρακτική και δεν αφορά μόνο το ίδιο το άτομο αλλά και το μάκρο- και μίκρο- κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι, η τοξικοεξάρτηση δεν μπορεί να μελετηθεί παρά μόνο μέσα από μία μία διυποκειμενική θεώρηση και διεπιστημονική προσέγγιση.
Μετά από την δεκαετή εμπειρία σε διάφορα πλαίσια (Σύλλογος Αντιμετώπισης Εξαρτημένων, Πρόγραμμα απεξάρτησης  εφήβων δήμου Καλλιθέας ΘΗΣΕΑΣ, ΟΚΑΝΑ, φυλακές Κορυδαλλού) με το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης γεννιέται το ερώτημα αν μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του εξαρτημένου και της οικογένειάς του.
Η αλλαγή που διαφαίνεται μέσα στην εξάρτηση, κάνει συχνά τους  γονείς του εξαρτημένου και γενικά το περιβάλλον του, να μιλούν για ένα «άλλο παιδί», για μία αλλαγή προσώπου και χαρακτήρα. Έτσι, προσπαθώντας να σκιαγραφήσουμε το πορτραίτο του τοξικοεξαρτημένου, πρέπει να κινηθούμε σε δύο επίπεδα. Σε ένα πριν την εγκατάσταση της εξάρτησης και σε αυτό που εμφανίζεται μετά.
Θα ξεκινήσουμε από το δεύτερο γιατί είναι πιο ομοιογενές, καθώς εκεί μας επιτρέπεται να μιλήσουμε για ένα λιγότερο ή περισσότερο κοινό προφίλ.
Ο εξαρτημένος που είναι χρόνια στην εξάρτηση είναι ορατός από το περιβάλλον του, αλλά και από την κοινωνία. Αλλάζει η εμφάνισή του (η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά διαφαίνεται και από αυτοεπιθετικές  πρακτικές όπως είναι το piercing, τα τατουάζ, οι αυτοτραυματισμοί, αλλά και λιγότερο άμεσα επιθετικές, όπως είναι η παραμέληση του σώματος). Η εξωτερική εικόνα μπορεί να διαφέρει, αφού σχετίζεται με το κατά πόσο γίνεται ανεκτός από το οικογενειακό περιβάλλον, και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας.
Σε ψυχικό επίπεδο, από τα λεγόμενα των σημαντικών άλλων, εμφανίζεται ως αφερέγγυος και ανάξιος εμπιστοσύνης. Είναι αναβλητικός, λέει πολλά ψέμματα, χειριστικός στο περιβάλλον, θρασύδειλος, επιθετικός κυρίως προς την οικογένεια, παραβατικός, αναποφάσιστος, με τάση για θεωρία και καθόλου πράξη, απουσία ενδιαφέροντος πλην της  χρήσης, με ιδεοψυχαναγκαστική ενασχόληση με το σώμα, επιφανειακά κοινωνικός με άλλους χρήστες εξαιτίας της ουσίας, πολυμήχανος.
Σταδιακά, μέσα στη χρήση, βλέπουμε να χάνεται η αναπαραστασιακή του ικανότητα. Έτσι, τόσο η σκέψη του, όσο και η συμπεριφορά του γίνονται μηχανιστικές, στερημένες από φαντασία, μεταφορά και συναισθηματικές αποχρώσεις. ‘Οπως μας λέει, στο σημείο αυτό ο Γ. 26 ετών εξαρτημένος σε θεραπεία: «Η λήψη των διαφορετικών ουσιών ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία γιατί μπορούσα να νοιώθω πολλά διαφορετικά συναισθήματα που δεν τα είχα αισθανθεί ποτέ»...
Το αναπαραστασιακό κενό έρχεται να αναπληρώσει το σύμπτωμα του σώματος. Το σώμα πονάει, μιλάει-μέσα από αντικείμενα και πρακτικές, προκαλεί. Αλλά και η ίδια η λήψη της ουσίας έχει να κάνει με μία πρακτική που εμπλέκει το σώμα.  Όπως μας λέει ο Γρ. Αμπατζόγου, η χρήση ουσιών δημιουργεί μία σχέση σώμα με σώμα (το σώμα του εξαρτημένου με το σώμα της ουσίας).
Εκτός όμως από τη σωματοποίηση, ο εξαρτημένος είναι επιρρεπής στον παρορμητισμό του. Παρορμητικός, αλλά όχι αυθόρμητος. Η παρορμητική του συμπεριφορά τον φέρνει συχνά αντιμέτωπο με πολλαπλά προβλήματα.
Η οικογένεια που έχει χτυπηθεί από τη μοίρα της εξάρτησης ενός μέλους της εμφανίζεται καταθλιμμένη και αδύναμη να στηριχθεί και να στηρίξει το μέλος της. Διακατέχεται από έντονα συναισθήματα άγχους, τη συνεχή της αγωνία απέναντι στο ενδεχόμενο του θανάτου, αλλά και των νομικών προβλημάτων που σχετίζονται με την εξάρτηση. Από την άλλη, αισθάνεται την τοξικοεξάρτηση του μέλους της ως  κοινωνικό στίγμα για το οποίο ντρέπεται πολύ. Ως αποτέλεσμα αυτού του στιγματισμού κλείνεται στον εαυτό της και διακατέχεται από κρυψίνοια. Δεν γνωρίζει πως να φερθεί στον εξαρτημένο. Δεν είναι σταθερή. Δοκιμάζει διάφορους τρόπους χωρίς να υπάρχει συνέπεια ως προς τη διατήρηση και επιλογή κάποιου από αυτούς, λένε: «έχουμε δοκιμάσει τα πάντα μαζί του, αλλά τίποτα δεν κατάφερε να τον αποτρέψει από τη λήψη ουσιών». Παρακολουθούν τον εξαρτημένο και εμπλέκονται στο παιχνίδι των ουσιών, προσπαθώντας να μάθουν τι προκαλλεί η μία ουσία, ή η άλλη. Ψάχνουν τα προσωπικά του αντικείμενα. Η ανησυχία είναι μόνιμη για τη μοίρα του μέλους. Τα αδέρφια εκφράζονται συνήθως με θυμό.
Τέλος, αυτό που είναι χαρακτηριστικό στην Ελλάδα και εξαιρετικά σημαντικό, είναι ότι ο εξαρτημένος μένει σχεδόν πάντα στην πατρική εστία-σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανομοιογένεια ως προς αυτό το σημείο.
Υπήρξε η υπόθεση ότι η τοξικοεξάρτηση έχει βιολογικό υπόβαθρο. Όμως, τόσο η πολυτοξικομανία, όπως τονίζει η Κ. Μάτσα, όσο και η κλινική παρατήρηση του περιβάλλοντος του εξαρτημένου, φαίνεται να την καταρρίπτουν.
Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης πρέπει να το δούμε ως  παράδοξο σύμπτωμα που αφενός διατηρεί την παθογόνο τάξη, αλλά ταυτόχρονα την ταράζει, ως σήμα κινδύνου, προκειμένου να επέλθει η αλλαγή της. Σήμα κινδύνου για την κοινωνική δυσφορία, αλλά και για την οικογένεια.

Η τοξικοεξάρτηση συχνά ιατρικοποιείται. Είναι εύκολο αυτό, καθώς το σώμα εμπλέκεται και η εξάρτηση δημιουργεί σωματικές αντιδράσεις. Όμως, η εξάρτηση δεν συνεχίζεται επειδή το σώμα δεν αντέχει την στέρηση της ουσίας, αλλά η ψυχή. Κι αυτό αποδεικνύεται από τις πολλαπλές πετυχημένες προσπάθειες σωματικής απεξάρτησης, μέσα από κλινικές, εκούσιο ή ακούσιο εγκλεισμό του εξαρτημένου στο σπίτι, πρακτικές όπως η μετάγγιση, αλλαγή αίματος κλπ.  Το σώμα που δεν λαμβάνει την ουσία, πάσχει σα να περνάει μία γρίπη, μία βαριά ίωση. Μετά, όμως, βλέπουμε ότι ο απεξαρτημένος σωματικά επιστρέφει στην ουσία, καθώς ψυχικά είναι ακόμη παγιδευμένος μέσα στον ιστό της ψυχικής εξάρτησης.
Δεν θα επικεντρωθώ στο μάκρο-κοινωνικό, ούτε στην πολιτική οικονομία της εξάρτησης,  καθώς δεν διαθέτω επιστημολογικά τα εργαλεία, που διαθέτει ένας κοινωνιολόγος ή ένας ανθρωπολόγος. Εντούτοις, είναι κραυγαλέο σήμερα το παράδοξο μιας πολιτείας που ενδιαφέρεται για την απεξάρτηση του εξαρτημένου, όταν η ίδια είναι αιχμάλωτη της δικής της εξάρτησης (οικονομικής για παράδειγμα).

Η έρευνα
Με την απορία αν υπάρχουν κάποιες κοινές γραμμές που να μπορούν να βοηθήσουν στην σκιαγράφηση του/των προφίλ των εξαρτημένων και των οικογενειών τους πριν την εγκατάσταση της εξάρτησης,  σκέφτηκα να κάνω μία έρευνα εστιασμένη στην οικογένεια του εξαρτημένου, μέσα από τις τεχνικές του γενεογράμματος και της αφήγησης ζωής.  
Το πλαίσιο
Ο μεγαλύτερος όγκος αυτής της έρευνας, που συνεχίζεται και σήμερα στο γραφείο μου με περιστατικά τοξικοεξαρτημένων, διεξήχθη κατά τη διάρκεια 1997-2004, όταν βρισκόμουν στον Σύλλογο Αντιμετώπισης Τοξικοεξάρτησης,  με κύριο αντικείμενο τη θεραπεία σε ομάδα γονέων, κυρίως, εξαρτημένων. Ο σύλλογος είχε φτιαχτεί το 1982 από γονείς και άλλα μέλη της οικογένειας των εξαρτημένων με στόχο την μεταξύ τους στήριξη για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Εκείνη την εποχή, οι λιγοστές υπάρχουσες δομές απεξάρτησης δεν δέχονταν μέλη οικογένειας εξαρτημένων, εφόσον οι εξαρτημένοι δεν ήταν ενταγμένοι στο πρόγραμμά τους. Έτσι, το κενό αυτό ήρθε να καλύψει αυτή η δημιουργία του συλλόγου που είχε ως κύριο μέλημα το να βρουν οι γονείς τον τρόπο να πείσουν τα παιδιά τους να ξεκινήσουν θεραπεία σε ένα πρόγραμμα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό, ότι μόλις οι δομές των προγραμμάτων ενέταξαν τις ομάδες ευαισθητοποίησης και θεραπείας των γονιών, χωρίς απαραίτητα το εξαρτημένο μέλος να είναι ενταγμένο στο πρόγραμμα, ο σύλλογος εξασθένισε και έπαψε να υπάρχει ως τέτοιος, μέσα από την αφομοίωσή του από το δημοτικό πρόγραμμα εφήβων Καλλιθέας «ΘΗΣΕΑΣ».  Στην αφομοίωση αυτή βοήθησε τότε ο Στ. Κρασανάκης, επιστημονικός υπεύθυνος του ΘΗΣΕΑ, που έδωσε μία θέση στον σύλλογο που, λόγω των σοβαρών του οικονομικών προβλημάτων, κινδύνευε να αφήσει άστεγα τα μέλη του.
Ως εκείνη τη στιγμή, το ιστορικό των νέων μελών κατέγραφε κοινωνικά και δημογραφικά στοιχεία. Μέσα από μία ανάγνωσή τους, δεν βλέπαμε κοινές συνιστώσες. Μάλιστα, ήταν μία μικρογραφία των δημογραφικών στοιχείων του συνολικού πληθυσμού: Οι περισσότεροι από τους γονείς ήταν απόφοιτοι λυκείου, μικροαστικών και μέσων στρωμάτων με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις πολύ ευκατάστατων και προλεταρίων. Η συντριπτική τους πλειοψηφία κατοικούσε στην Αθήνα (αφού εκεί ήταν και η έδρα του συλλόγου) ενώ η συντριπτική πλειοψηφία προερχόταν από την επαρχία. Το ποσοστό των διαζυγίων συνέπιπτε με αυτό του γενικού πληθυσμού.

Δείγμα
Συνολικά, η έρευνα που παρουσιάζεται εδώ, μέσα από τις αφηγήσεις ζωής και τα γενεογράμματα συμπεριέλαβε 75 υποκείμενα.  Στη μεγάλη πλειοψηφία τους επρόκειται για γονείς των εξαρτημένων (μόνο δύο δεν ήταν-ένας σύζυγος, και μία αδερφή) και κυρίως μητέρες (73%). Στις περιπτώσεις που και οι δυο γονείς ήταν μέλη του συλλόγου, τότε και οι δύο βρίσκονταν στο δείγμα (περίπου 20%).

Η διαδικασία-μεθοδολογία
Μετά από κάποια δημογραφικά στοιχεία, το κάθε υποκείμενο έφτιαχνε το γενεόγραμμά του. Τα στοιχεία που του ζητήθηκε να συμπεριλάβει σε αυτό ήταν, τα μικρά ονόματα των μελών της οικογένειας (για να ελέγξουμε τυχόν ταυτίσεις ή άλλες δυναμικές που σχετίζονται με το όνομα), την σήμανση κάποιας ιδιαιτερότητας σε κάποιο μέλος της οικογένειας ή σε κάποια σχέση (υποκειμενικός παράγοντας), οι τόποι καταγωγής των (για να δούμε τις πολιτισμικές επιδράσεις και τη δυναμική που υπήρχε σε αυτές). Μετά, εκλήθησαν να αφηγηθούν την ιστορία της οικογένειας.
Τέλος, έπρεπε να αφηγηθούν μέσα σε μάξιμουμ 40 λεπτά την δική τους ιστορία. Επρόκειτο στην ουσία για μία κλινική ακρόαση χωρίς καμία παρέμβαση. Σημειώνονταν τα πάντα, ακόμη και τα επιφωνήματα.

Αποτελέσματα
Παρόλο που η διαδικασία με το κάθε υποκείμενο είχε διάρκεια, έγινε δεκτή με ικανοποίηση από όλους.
Από αυτούς, το 60% είχαν έλλειψη ή ανεπάρκεια γονεϊκής παρουσίας, ή ήταν μέλη πολυμελούς οικογένειας (άρα είχαν ανεπάρκεια μητρικής φροντίδας).
Στην πραγματικότητα, φάνηκε αργότερα, μετά το πέρας αυτής της έρευνας, ότι η γονεϊκή ανεπάρκεια υπάρχει πάντα μέσα στο βίωμα ενός από τους δυο γονείς και αφορά κυρίως στις μητέρες-χωρίς να λείπουν και οι περιπτώσεις των αντρών-πατεράδων.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα είτε την υπεραναπλήρωση μέσα από τη σχέση που έφτιαξαν με το παιδί τους, είτε δημιούργησε το κλίμα της δικής τους γονεϊκής ανεπάρκειας, απουσία ταυτισιακού μοντέλου.
Είναι πάρα πολύ συχνό στα αυτιά μας αυτό που λένε οι γονείς του εξαρτημένου ότι τα είχε όλα. Δεν του έλειψε ποτέ τίποτα. Στην περίπτωση που η οικογένεια είχε σχετική οικονομική άνεση, αυτή η απουσία της έλλειψης αφορά κυρίως στα υλικά αγαθά, στην κατανάλωση. Απουσία του γονεϊκού μοντέλου, αυτοί οι γονείς, έμαθαν να δηλώνουν τα συναισθήματά τους με τα χρήματα και την κατανάλωση. Σε περίπτωση απουσίας οικονομικής δυνατότητας, το "τα είχε όλα," αναφέρεται σε «υπερβολική αγάπη», με πολλά αιμομικτικά και συγχνωνευτικά στοιχεία, που είτε υπονοούνταν, είτε εκδηλώνονταν μέσα από συμπεριφορές.
Το σημείο αυτό έρχεται να υποβοηθήσει η δυσλειτουργική σχέση του ζεύγους. Παρόλο που μόνο στο 15% (17% εκείνη την περίοδο το ανάλογο ποσοστό του γενικού πληθυσμού) υπήρχε διαζύγιο, οι περισσότερες σχέσεις ήταν απονεκρωμένες, συμβατικές, χωρίς απόλαυση. Οι κακοποιήσεις μέσα στην οικογένεια αποτελούσαν περίπου το 20% των περιπτώσεων και στρέφονταν κυρίως από τον πατέρα προς τη μητέρα αλλά και τα παιδιά. Το ποσοστό του 40% των γάμων αυτών αναφέρεται ότι έγιναν υπό πίεση της οικογένειας. Άρα, ήδη έχουμε μία κακή αρχή σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτών των οικογενειών.

Σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων, οι πατεράδες ήταν ουσιαστικά απόντες. Είτε ήταν αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την κακή σχέση με τη σύζυγο, είτε οι ίδιοι εξαρτημένοι, είτε εξαιτίας μεγάλου φόρτου εργασίας κι άλλων ψυχικών παραγόντων που τους εξασθενούσαν στον ρόλο τους στην οικογένεια, άφηναν την ευθύνη της οικογένειας στη σύζυγο-μητέρα του εξαρτημένου. Δεν λείπουν οι αφηγήσεις για συζύγους-πατέρες οξύθυμους και βάναυσους, που δηλώνεται τόσο μία τάση για δημιουργία ψυχοπαθητικών συμπεριφορών στα παιδιά, όσο και η δική τους ψυχική ευθραυστότητα.

Παρόλα αυτά, στην πλειοψηφία τους τα ζευγάρια αυτά δεν χωρίζουν. Κάθονται μαζί, έχοντας φτιάξει έναν ισχυρό δεσμό εξάρτησης, όπου οι ρόλοι θύτη-θύματος εναλλάσσονται και οι σχέσεις τους κυμαίνονται από την παγερή αδιαφορία ως την λιγότερο ή περισσότερο έκδηλη εχθρότητα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι δύο γονείς, κυρίως οι μητέρες, φτιάχνουν συμμαχίες με τα παιδιά τους. Αυτές οι συμμαχίες ισχυροποιούνται από μυστικά αλλά και τις εξομολογήσεις των συζυγικών προβλημάτων τους με τα παιδιά. Η φυσική τάση μανιχαϊστικής λογικής των παιδιών, ενισχύεται ακόμη περισσότερο μέσα σε αυτή τη δυναμική, όπου ο ένας ο  γονιός εμφανίζεται ως ο καλός και ο άλλος ως ο κακός.     

Αυτό που περιγράφεται είναι ένα μέσο κοινό προφίλ, που απαντήθηκε στις περισσότερες των περιπτώσεων. Εντούτοις, έχουμε και λιγότερες περιπτώσεις γονεϊκής φυσικής απουσίας, που οφείλονταν είτε σε θάνατο που ήρθε πρόωρα στη ζωή του παιδιού, είτε σε εγκλεισμό του γονιού σε κάποιο ίδρυμα, είτε σε παντελή απουσία εξαιτίας λόγων επιβίωσης-π.χ. μετανάστευση των γονέων για εργασία, χωρίς τα παιδιά τους. 
Ένα άλλο πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι στο 70% των περιπτώσεων έχουμε μία μετανάστευση της οικογένειας-γονέων ή παπούδων- για λόγους επιβίωσης. Έτσι, έχουμε την επιβάρυνση δύο ακόμη παραγόντων: την βίαιη αποκόλληση από την πατρίδα-που εμφανίζεται εξιδανικευμένη μεν στις αφηγήσεις τους, αλλά και ως μάνα-γη που δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της,  και το μοντέλο του επιζήσαντα. Η αναζήτηση της επιβίωσης φαίνεται να διατρέχει όλη τη γενιά, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν πια οι ιδιαίτεροι λόγοι εκείνων των πρώτων πρωταγωνιστών. Λειτουργεί ως συλλογική μνήμη, όντας μία οικογενειακή μυθολογική αναφορά. Ως συνέπεια αυτού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα μέλη της οικογένειας έχουν εκπαιδευτεί να προσανατολίζονται κυρίως σε πρακτικά θέματα της καθημερινότητας, ενώ οι πρωτογενείς διεργασίες (φαντασία, συναισθηματική έκφραση, περιέργεια για το καινούριο κ.ά) έχουν ελλειπώς αναπτυχθεί. Έτσι, η επικοινωνία μέσα στην τοξικογενή οικογένεια είναι ρηχή συναισθηματικά και μάλλον είναι στραμένη προς την ανάγκη, εις βάρος της επιθυμίας.

Από την μεγάλη αυτή συχνότητα που απαντιέται η μετανάστευση ως βίαιη ρήξη με τον γενέθλιο τόπο ως αποτέλεσμα της ανάγκης για επιβίωση, υποθέτουμε ότι τα παιδιά των μεταναστών που έφτασαν στην Ελλάδα πριν από 20 χρόνια, αποτελούν μία ομάδα υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη εξαρτητικών συμπεριφορών.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, αναφέρθηκαν αναπάντεχοι θάνατοι, από ατυχήματα,εξαρτήσεις, σε γέννα κλπ. Τα γεγονότα αυτά έχουν σημαδέψει την οικογένεια στο σύνολό της, ενώ σε πάρα πολλές περιπτώσεις το όνομα του νεκρού έχει δοθεί στον εξαρτημένο, ως αυτός να καλείται να συνεχίσει την πορεία του. Σε αυτές τις περιπτώσεις θανάτων και απώλειας, βλέπουμε μέσα από τις αφηγήσεις ότι το πένθος δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς συνέπεσαν κι άλλα γεγονότα της ζωής της οικογένειας, όπως θέματα επιβίωσης εξαιτίας σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, ή, γέννησης ενός νέου οικογενειακού μέλους, ή στροφής προς διεξόδους αποφυγής του πόνου-όπως είναι το παράδειγμα του αλκοολισμού. ΄Ετσι, ο νεκρός συνεχίζει να στοιχειώνει την οικογένεια και εμφανίζεται συνεχώς ως φυσσαλίδα μέσα από το οικογενειακό ασυνείδητο σε κάθε ευκαιρία. Η τοξικομανία υπό αυτό το πρίσμα δίνει την ευκαιρία τόσο στο ίδιο το μέλος, όσο και στην οικογένεια να επεξεργαστεί το πένθος, καθώς είναι συνεχώς αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο του θανάτου.

Μόνο που ο τοξικομανής δεν θέλει να πεθάνει, όπως υποστηρίζουν πολλοί κλινικοί. Θέλει μόνο να μην αισθάνεται δυσφορία. Προκαλεί ένα συναισθηματικό θάνατο, μία νάρκωση του συναισθήματος και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση της νιρβάνας, όπου απουσιάζει κάθε έλλειψη. Βουλώνει το κενό του, που ταυτόχρονα αναφέρεται στο κενό από το ανεπίλυτο πένθος όλης της οικογένειας αλλά και το κενό στο επίπεδο των αναπαραστάσεων και των φαντασιώσεων-που θα βοηθούσαν στην επίλυση των προβλημάτων μέσω του ψυχικού μεταβολισμού.

Στις μισές περιπτώσεις (εξαιρετικά υψηλό ποσοστό, συγκριτικά με τον υπόλοιπο πληθυσμό) έχουμε στην οικογένεια τουλάχιστον ένα μέλος που αντιμετωπίζει, ή αντιμετώπιζε πρόβλημα εξάρτησης. Η εξάρτηση αυτή μπορεί να μην σχετίζεται με την ηρωίνη πάντα, αλλά και με άλλα πάθη-ενσωμάτωσης ή όχι- όπως είναι το αλκοόλ, ο τζόγος, το φαγητό, η υπερκατανάλωση.  Και αυτό το εύρημα φαίνεται να είναι αρκετό για να δείξει ότι η τοξικοεξάρτηση δεν είναι μία βιολογική συνέπεια- ένα γονιδιακό αποτέλεσμα-αλλά μία πρακτική που έχει εγκατασταθεί μέσα από καταστάσεις οικείες και μέσα από ταυτισιακές διαδικασίες.

Κοντά στο 30% (έναντι του 20% του ανάλογου στο γενικό μαθητικό πληθυσμο) των περιπτώσεων αναφέρεται μία μαθησιακή δυσκολία στις πρώτες τάξεις του σχολείου. Οι περιπτώσεις αυτές  είχαν  παραμείνει χωρίς διάγνωση για πολλά χρόνια (ή για πάντα). Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία του σχολικού περιβάλλοντος ως ένας από τους πρωταρχικούς χώρους κοινωνικοποίησης. Τα παιδιά αυτά, λόγω των μαθησιακών δυσκολιών τους και λόγω της αδυναμίας του πλαισίου να τα βοηθήσει-τα ίδια και τις οικογένειές τους- τα περιθωριοποίησε, καθώς στιγματίστηκαν τόσο ως «τεμπέληδες», όσο και ως αδιάφοροι, κακοί μαθητές. Το κόστος αυτής της αποτυχημένης ένταξης φαίνεται να είναι τεράστιο στην αυτοεκτίμηση της παιδικής ψυχής που στρέφει το υποκείμενο σε μία θέση περιθωρίου εξαρχής.

Μία άλλη πολύ σημαντική πληροφορία που λάβαμε από τα γενεογράμματα είναι η ύπαρξη ενός μυθικού προσώπου (συνήθως πρόκειται για τον παπού από τον οποίο έχει πάρει το όνομα το εξαρτημένο μέλος) ο οποίος έχει τον ρόλο του ήρωα, ή μάλλον του αντι-ήρωα. Ακόμη κι αν δεν τον έχει γνωρίσει το ίδιο το υποκείμενο, οι ιστορίες που αναφέρονται σε αυτό το πρόσωπο με δραματικό τρόπο, του δίνουν μία εξέχουσα θέση στην ιστορία της οικογένειας. Συνήθως αυτό το ηρωικό πρόσωπο είναι αντάρτης. Είτε πράγματι είχε λάβει μέρος στο αντάρτικο, είτε εκδήλωνε συμπεριφορές ανταρσίας απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο. Συχνά είχε φυλακιστεί, εξοριστεί. Ενίοτε είχε πεθάνει εξαιτίας αυτής της επιλογής του.

Θεωρούμε ότι δεν είναι μικρό και το ποσοστό του 10% που εμφανίστηκαν αυτοκτονίες μέσα στην οικογένεια. Αν λάβουμε υπόψη μας αυτό το ποσοστό, τότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η πρακτική της τοξικοεξάρτησης συνδέεται άμεσα με μία αυτοκτονική συμπεριφορά, έχοντας ωστόσο σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Το ποσοστό της βίας μέσα στην οικογένεια, εμφανίζεται σε ποσοστό κοντά στο 25%. Στην περίπτωση όμως που το εξαρτημένο μέλος είναι κορίτσι-πολύ πιο σπάνιο, καθώς τα κορίτσια εμφανίζουν εξαρτητική συμπεριφορά που σχετίζεται περισσότερο με τη λήψη φαγητού-το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 75%. Στις περιπτώσεις των κοριτσιών εξαρτημένων από ουσίες, είναι πολύ συχνά τα γεγονότα σεξουαλικής κακοποίησης από πρόσωπα συνήθως φιλικά προς την οικογένεια ή συγγενείς. Στην περίπτωση των κοριτσιών φαίνεται η τοξικομανιακή πρακτική  να σχετίζεται με μία αυτοκαταστροφική διάθεση απέναντι στο σώμα που συμμετείχε στην αποπλάνηση. Το μπέρδεμα προκύπτει από τον ερεθισμό που προκλήθηκε στις ερωτογενείς ζώνες και την ευχαρίστηση που τον συνόδεψε που σε συνδυασμό με την αιμομικτική παραβίαση δημιουργεί αφόρητη ενοχή.    
Βρήκαμε επίσης, κι ένα ποσοστό 10% περίπου, που αφορά σε μία σοβαρή ασθένεια ή κίνδυνο θανάτου, που πέρασε ο εξαρτημένος ως παιδί, ή κάποιος αδερφός. Και στις δύο περιπτώσεις, η οικογένεια θορυβείται και υπερπροστατεύει το μέλος της. Αν η ασθένεια του παρελθόντος είχε πλήξει τον σημερινό εξαρτημένο, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ίδιος συνεχίζει το ρόλο του «αρρώστου», του ασθενούς με το πονεμένο σώμα. Αν η ασθένεια είχε πλήξει κάποιον/α αδελφό/ή, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αδελφική αντιζηλία μπορεί να έπαιξε τον ρόλο της στην εγκατάσταση της εξάρτησης, καθώς αποτελεί ένα μέσο έλξης του ενδιαφέροντος της οικογένειας στο άτομό του. 

Συμπεράσματα
Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης είναι πολυπαραγοντικό. Πολλοί δοκιμάζουν κάποια ουσία αλλά λίγοι είναι αυτοί που γίνονται εξαρτημένοι. Τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να τα δούμε συνδυαστικά. Όσο περισσότεροι παράγοντες προστίθενται, τόσο μεγαλώνει η επικινδυνότητα για τη γένεση της τοξικοεξάρτησης.

Από την άλλη, πολλά από τα παραπάνω, βρίσκουν και το νόημά τους μέσα από τον συνδυασμό, καθώς, για παράδειγμα, η βίαιη μετανάστευση και η απουσία της μητρικής φροντίδας, ίσως να μην είχαν το αντίκτυπό τους από μόνες τους. Η απουσία της μητρικής φροντίδας στον γενέθλιο τόπο μπορεί να ανήκει στην κοινωνική πραγματικότητα του τόπου και το κενό αυτό να το καλύπτει η κοινότητα, πράγμα που δεν γίνεται με τη μετανάστευση στη μεγάλη πόλη.

Τα παραπάνω στοιχεία θα είχαν περισσότερο νόημα, αν τα βλέπαμε σε συνδυασμό με τα ποσοστά του λοιπού πληθυσμού, που δυστυχώς δεν είχαμε για όλα τα ποσοτικά ευρήματα.


Ωστόσο μπορούμε να προχωρήσουμε σε κάποια συμπεράσματα για την καλύτερη κατανόηση της τοξικοεξάρτησης, πράγμα που θα βοηθήσει στην κλινική αντιμετώπισή της.
Φαίνεται ότι η τοξικοεξάρτηση έρχεται να αναχαιτήσει την υποκειμενοποίηση, την εξατομίκευση του υποκειμένου. Ως απόστολος όλης της οικογένειας δηλώνει ότι αυτό είναι και η επιθυμία όλης της οικογένειας. Πρόκειται για το εξιλαστήριο θύμα τόσο της οικογένειας όσο και της κοινωνίας που λαμβάνει όλη την επιθετικότητά της προκειμένου να διαφυλάξει τη συνοχή και την παθολογική δυναμική της.

Η τοξικομανία δεν είναι ασθένεια με την κλινική έννοια. Πρόκειται για μία πρακτική που διακατέχεται από μία στοματική απληστία για ενσωμάτωση με την ουσία. Η ουσία, εμφανίζεται ως η κακή τροφή-ανάλογη με το δηλητηριασμένο μήλο της Χιονάτης. Η τροφή σχετίζεται με τη μητέρα, ενώ η κακή τροφή μάλλον με τη μητέρα που απουσιάζει, το «νεκρό σώμα» της μητέρας.

Ανάλογα με την τροφή, η ουσία καταναλώνεται, δίνει ευφορία, παρηγορεί τον ψυχικό πόνο ναρκώνοντάς τον (όπως το γάλα του βρέφους πριν τον ύπνο). Ταυτόχρονα δίνει την ψευδαίσθηση της βρεφικής ολότητας, που δεν αναγνωρίζει τα όρια του εαυτού και του άλλου. Ο άλλος δεν υπάρχει. Φυσικά δεν υπάρχει και η επιθυμία αφού δεν υπάρχει έλλειψη. Μόνο μετά το πέρας της ενέργειας της ουσίας, (ανάλογη με τη χώνευση) ξαναρχίζει η αναζήτησή της.

Η απόλυτη κυριαρχία της μητρικής λειτουργίας της τροφής φαίνεται να επιτρέπεται από την ανυπαρξία της πατρικής λειτουργίας. Ο πατέρας του εξαρτημένου εμφανίζεται ουσιαστικά απών, είτε λόγω δικής του εξάρτησης, φυγής, αδυναμίας. Είναι ο πατέρας χωρίς κύρος, που δεν οριοθετεί αλλά και δεν προστατεύει.

Στην πραγματικότητα η τοξικομανία αναφέρεται στην ελλειματικότητα της διαχείρισης της έλλειψης, στην αδυναμία πρόσληψης της ετερότητας. Από την άλλη, μέσα από τις αφηγήσεις ζωής και τα γενεογράμματα, η δυσκολία της αντίληψης της ετερότητας δεν είναι τίποτε άλλο από την αδυναμία της ανεύρεσης ταυτότητας και προσωπικού νοήματος ζωής. Η έλλειψη του νοήματος, της ουσίας, έρχεται να καλυφθεί από την ενσωμάτωση με την τοξική ουσία.
 Η αδυναμία της ταυτότητας του εξαρτημένου σχετίζεται με τις δυσκολίες που βρίσκει στο να ταυτιστεί με τους γεννήτορές του. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν απολαμβάνουν, με σχέσεις ρηχές συναισθηματικά, χωρίς κύρος (στα μάτια των παιδιών τους). Από την άλλη, βλέπουμε τον εξαρτημένο να υιοθετεί σχήματα συμπεριφοράς (patτerns) και να τα αναπαράγει.
Ταυτόχρονα, ανακάμπτεται και η σεξουαλική πλευρά της ταυτότητας καθώς παύει και η επιθυμία και καταστρέφεται το αντικείμενο. Το σεξ είναι μία μηχανιστική δραστηριότητα όπου ο άλλος δεν έχει πρόσωπο. Η επιθυμία έχει εξαφανιστεί καθώς έχει συγχωνευτεί με την επιθυμία της οικογένειας.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στην περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή ενοχή που αισθάνεται η οικογένεια για την τοξικοεξάρτηση του μέλους. Θα ήταν λάθος να ενοχοποιηθεί η οικογένεια. Είναι και αυτή θύμα των κοινωνικο-ιστορικών και πολιτισμικών παραγόντων που την διαμόρφωσαν.  Τα στοιχεία που περιγράφησαν αναφέρονται σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ίσως, στο πέρασμα των χρόνων να δούμε κάποιους από αυτούς τους παράγοντες να αλλάζουν, κάποιους να φεύγουν από τη λίστα των παραγόντων υψηλού κινδύνου και κάποιους νέους να προστίθενται. Η οικογένεια  είναι ο βασικότερος και μακροβιότερος θεσμός αλλά και φορέας της κοινωνίας και όπως λέει και ο Σιμωνίδης: «Πόλις άνδρα διδάσκει».

Η μακροχρόνια έρευνα με την ίδια μεθοδολογία, μπορεί να μας διαφωτίσει ως προς την επίδραση που μπορεί να έχει ο διαφορετικός χρόνος στο φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης. Επίσης, μία έρευνα σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς θα μπορούσε επίσης, να μας δώσει πολύ χρήσιμες πληροφορίες για την βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου λαμβάνοντας υπόψη τον παράγοντα της  πολιτισικής επίδρασης. Τα οφέλη τέτοιων συγκριτικών ερευνών θα ήταν πολύ μεγάλα για την κλινική και κοινωνική αντιμετώπιση της τοξικοεξάρτησης.

Στη δική μας περίπτωση, ο εξαρτημένος, ως άλλος τραγικός ήρωας, καλείται να διατρέξει όλες τις ηρωικές περιπέτειες, να παίξει σε ένα παιχνίδι με τον θάνατο προκειμένου να απελευθερωθεί (αν δεν τον νικήσει ο θάνατος) από τα δεινά της γενιάς του. Όμως ο ήρωας είναι πάντα απεσταλμένος. Ποτέ δεν δρα αυτόνομα. Έτσι, το τέλος της εξάρτησης θα σημασιοδοτηθεί από το πέρασμα από το ρόλο του ήρωα σε αυτόν του βασιλιά, δηλαδή να  γίνει κύριος του εαυτού του και να έχει τη δική του επιθυμία. Μιλάμε δηλαδή, για το πέρασμα από την ψευδο-αυτονομία που δίνει η ουσία στην πραγματική αυτονομία που δίνει η ενηλικίωση.



We all got to die But some people Some people Some people got to suffer before they die This about a man He's gonna be crucified Some people die of cancer Some people die of AIDS But this man's gonna be crucified Woke up this morning In a deep deep a deep sleep I found out I found out I found out I was Jesus I don't want to be crucified Don't want Thorns on my head Don't want Walk among the dead I don't want to be Jesus Jesus Jesus Woke up this morning from a deep deep a deep sleep I found out I found out Found out I was Jesus I can't break bread Feed a thousand people Turn sweet water Into wine Been on this earth Too long of a time Don't want to be Jesus Jesus Jesus