Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποδοχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποδοχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Το τραυματικό, η συμφιλίωση και η ελευθερία

...Και μολονότι είμαι μέσα στο γεγονός,τώρα που το γεγονός έχει τελειώσει στέκομαι απέναντι στο γεγονός, απέναντι, κι επειδή στέκομαι απέναντι, απέναντι στο γεγονός και όχι πια μέσα, μολονότι εγώ είμαι το γεγονός, εντούτοις μπορώ αν θέλω, να το κάνω ό,τι θέλω, να αισθανθώ ό,τι θέλω, να το κρίνω όπως θέλω, να το καταλάβω όπως θέλω, και όπως θέλω να το ερμηνεύσω... (Από την "Ήττα" του Δημήτρη Δημητριάδη.)

Ακόμη και στις καλύτερες συνθήκες να μεγαλώσει κάποιος, συνθήκες που έχουν να κάνουν με το οικογενειακό περιβάλλον, με την ιστορικο-κοινωνική στιγμή που γεννιέται, ή την περιοχή που μεγαλώνει, δεν υπάρχει κανείς αλώβητος από ψυχικούς τραυματισμούς. 
Κι αυτό γιατί ακόμη κι ο καλύτερος γονιός κάνει λάθη, ή γιατί κάποια στιγμή στη ζωή του ο άνθρωπος θα έρθει αντιμέτωπος με μία αποτυχία, με συναισθήματα δυσάρεστα που σχετίζονται με γεγονότα ή σχέσεις, με τη ματαίωση, την ερωτική απογοήτευση, το πένθος που ακολουθεί μία απώλεια...
Ο κατάλογος με τα δυσάρεστα γεγονότα είναι μεγάλος, ακόμη και για αυτούς που μεγαλώνουν σε καλές συνθήκες. Αυτή όμως είναι η ζωή που ποτέ δεν τα φέρνει ρόδινα κι ευτυχώς τελικά, γιατί ο άνθρωπος δυναμώνει και ωριμάζει μέσα από τις δυσκολίες που του επιφυλλάσσει το πεπρωμένο του. 

 Όλοι λοιπόν είμαστε τραυματισμένοι από γεγονότα ή σχέσεις με κάποιο τρόπο. Αυτό το οποίο διαφέρει είναι η ένταση του τραυματισμού, η φύση του και η επαναληπτικότητά του. 

Το χαρακτηριστικό του τραυματικού είναι ότι ποτέ δεν εξαφανίζεται εντελώς. 

Η φύση μας έχει εφοδιάσει με ψυχικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης, από τους οποίους ο πιο κοινός είναι ο μηχανισμός της απώθησης. Απώθηση σημαίνει ότι το τραυματικό γεγονός καταχωνιάζεται στο ασυνείδητο. Ο άνθρωπος αποφεύγει να επανέλθει σε αυτό συνειδητά και επιθυμεί να το ξεχάσει. 

Αλλά όπως είπαμε η ιστορία μας εγγράφεται κι έτσι το τραυματικό ποτέ δεν χάνεται. Θεωρούμε ότι όταν επιστρέψουμε σε αυτό με τη μνήμη ή με το λόγο, ξαναξύνουμε την πληγή που προσπαθούμε να επουλώσουμε. Και είναι φυσικό να μην θέλει κάποιος να πονά και να αποφεύγει την πηγή του ψυχικού πόνου. Γιατί πάντα το τραυματικό εμπεριέχει δυσάρεστα συναισθήματα και άρα ψυχική οδύνη. 

Οι σύγχρονες νευροεπιστημονικές ανακαλύψεις, εντούτοις, αποδεικνύουν ότι επιστρέφοντας στο γεγονός μέσα από τον αναστοχασμό, ή μέσα από την ψυχοθεραπεία, μέσα από τη νοητική επεξεργασία γίνονται νέες νευρωνικές συνδέσεις και σταδιακά το τραυματικό επουλώνεται και ο άνθρωπος ελευθερώνεται. 

Αλήθεια από τι ελευθερώνεται αυτός που έχει επιλέξει να το ξεχάσει, αυτός που έχει βρει ψευτοκαταφύγιο στην απώθηση; 

Μπορεί να το απωθεί, να μην θέλει να το αγγίξει, αλλά το τραυματικό λειτουργεί διαταράσσοντας τη ζωή του ατόμου. Ως καταχωνιασμένη φουσκάλα σαμπάνιας σε κλειστό μπουκάλι που έρχεται σε επαφή με ελάχιστα μόρια αέρα και φεύγει ορμητικά προς την έξοδο του μπουκαλιού, αρκεί ο άνθρωπος να έρθει σε επαφή με κάτι, μία λεπτομέρεια, που να μοιάζει με μία λεπτομέρεια της τραυματικής εμπειρίας και τότε επανέρχονται σφοδρά το δυσάρεστα συναισθήματα του τραυματικού. 

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Αυτό που πραγματικά καταστρέφει τη ζωή είναι ότι- όπως στην αρχαία τραγωδία που απαιτείται κάθαρση-ασυνείδητα το άτομο επιστρέφει με τη συμπεριφορά και τις επιλογές του το ίδιο σε καταστάσεις που μοιάζουν με την τραυματική εμπειρία. 

Το τραυματικό θα επανέλθει και θα επαναληφθεί αυτή τη φορά μισο-ακούσια, μισο-εκκούσια από το ίδιο το άτομο. Με μία μεγάλη διαφορά. Το ίδιο το άτομο φτιάχνει έτσι τις καταστάσεις για να το ξαναζήσει, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. 

Στην πραγματικότητα, η λειτουργικότητα αυτού του παραδόξου έγκειται στο γεγονός της αλλαγής θέσης του υποκειμένου. Για να γίνω πιο σαφής, όταν συμβαίνει ένα τραυματικό γεγονός ή βιώνεται μία τραυματική σχέση στην παιδική ή εφηβική ηλικία, το άτομο μην έχοντας πλήρως ωριμάσει το υφίσταται με έναν τρόπο παθητικό, από την αδύναμη θέση του παιδιού. Επιστρέφοντας στο τραυματικό αργότερα, αλλάζει θέση και από παθητικό που ήταν κάποτε γίνεται ενεργητικός. Π.χ. το θύμα μπορεί να γίνει θύτης, ή κάποιος που έχει βιώσει τη συναισθηματική στέρηση να γίνεται ο ίδιος αποστερητικός.Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο όμως. Παραμένει τόσο συναισθηματικά, καθώς το υποκείμενο αναβιώνει τα ίδια συναισθήματα όπως και τότε, όσο και ουσιαστικά, καθώς δεν αποφεύγει τη βία (στο πρώτο αναφερθέν παράδειγμα) ούτε τη συναισθηματική πενία (στο δεύτερο). 

Η άλλη λειτουργία του τραυματικού έχει να κάνει με το ότι επιστρέφει μήπως το υποκείμενο βρίσκεται σε ωριμότερη φάση ζωής (διαθέτει περισσότερα νοητικά και ψυχικά εφόδια από ό,τι παλαιότερα) και είναι σε θέση να το επεξεργαστεί και να ελευθερωθεί. 

Για να ελευθερωθεί το υποκείμενο καλείται να συμφιλιωθεί με την ιστορία του. Καθώς το παρελθόν δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορία μας, και αφού οι όποιοι μηχανισμοί απώθησης δεν οδηγούν πραγματικά στην ευτυχία, την απελευθέρωση, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την αποδοχή του. 

Η αποδοχή επιφέρει και την αντιμετώπιση. Από αυτή τη στιγμή ανοίγεται ένας δρόμος εκεί που μπορεί να φαινόταν ότι ο άνθρωπος βρισκόταν σε αδιέξοδο. Ο δρόμος της συμφιλίωσης με το παρελθόν έρχεται μέσα από την επεξεργασία του, την αναβίωση των συναισθημάτων-τα οποία κάθε φορά που εμφανίζονται μέσα από συνειδητό αναστοχασμό μαλακώνουν και ξεθωριάζουν ως προς την αρχική τους ένταση. 

Ο ρόλος του θεραπευτή είναι σημαντικός αφού βοηθάει σε αυτόν τον αναστοχασμό και παράλληλα δίνει την ευκαιρία του βιώματος μιας επανορθωτικής σχέσης που δεν διέπεται από τα νοσηρά χαρακτηριστικά της πρωταρχικής (της γονεϊκής). 

Ωστόσο, η συμφιλίωση δεν πρέπει να συγχέεται με την συμμόρφωση. Η θεραπεία δεν έχει κανονιστικό σκοπό, δεν στοχεύει σε δημιουργία νωχελικών προβάτων.  Αντίθετα, πάντα έχει ως στόχο την ελευθερία-όπως έλεγε και ο Καστοριάδης για την ψυχανάλυση.

Η συμφιλίωση σχετίζεται με την αποδοχή της ιστορίας και άρα της ταυτότητας που μας κάνει μοναδικούς, και μόνο τότε δίνεται η ευκαιρία για αλλαγή ρότας στη ζωή. Η συμφιλίωση έτσι είναι προϋπόθεση για να μετατραπεί το τραυματικό σε πηγή ψυχικής δύναμης και ωρίμανσης αλλά και δημιουργίας και τότε από το αγκάθι γίνεται εφικτή η γέννηση του ρόδου...

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Γονεϊκή Aποδοχή: Μία βασική προϋπόθεση της αγάπης

"Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας, είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τον εαυτό της. Δημιουργούνται μέσω, αλλά όχι από εσάς. Κι αν βρίσκονται μαζί σας δεν ανήκουν ωστόσο σε σας. Ίσως τους δίνετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας, Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους σκέψεις. Μπορεί να στεγάζετε τα σώματά τους, αλλά όχι τις ψυχές τους, γιατί οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο, που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφθείτε, ούτε ακόμη στα όνειρά σας. Ίσως να παλεύετε να τους μοιάζετε, αλλά μην αναζητήσετε να τα κάνετε να σας μοιάσουν. Γιατί η ζωή δεν πάει προς τα πίσω, ούτε χρονοτριβεί με το χθες."

Χαλίλ Γκιμπράν «Ο προφήτης»

Ήφαιστος: παιδί μη αποδεκτό της Ήρας, που τον πέταξε στη θάλασσα. Τον βρήκαν η Ευρυνόμη και η Θέτις και τον ανέθρεψαν κρυφά σε ένα σπήλαιο. Ένας από τους δημιουργικότερους θεούς...

Η αποδοχή είναι ένας από τους τρεις βασικότερους πυλώνες της αγάπης. Όταν δεν μας αποδέχονται στην ολότητά μας, όταν εμείς δεν αποδεχόμαστε τον άλλο όπως είναι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αγάπη.

Δυστυχώς, αν και θεωρείται δεδομένη η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά, και το αντίστροφο δεν είναι πάντα αληθές. Αγαπάμε όπως έχουμε μάθει να αγαπιόμαστε. Κι αν αυτός ο τρόπος ήταν ελειμματικός, ή στρεβλώθηκε, το ίδιο θα αναπαράγουμε.

Η έλλειψη αποδοχής του παιδιού από τον γονιό, φαίνεται να είναι , βάση της κλινικής μου εμπειρίας, η πιο σημαντική αιτία ενδογενούς κατάθλιψης στην ενήλικη ζωή. Μοιάζει σαν ένα κομμάτι του εαυτού να ταυτίζεται με τον απορριπτικό γονιό και να λειτουργεί πάντα εις βάρος της ζωής. Από την άλλη, φαίνεται τα παιδιά που δεν έγιναν αποδεκτά κατά την παιδική ηλικία να επιλέγουν συντρόφους αργότερα οι οποίοι τους απορρίπτουν ή δεν τους δέχονται όπως πραγματικά είναι.

Συνέπεια της μη αποδοχής είναι συνήθως η συμμόρφωση και ο αυτοευνουχισμός-δηλαδή το «κόψιμο» μέσω του μηχανισμού της μόνωσης, των στοιχείων που δεν γίνονται αποδεκτά, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση της δυσφορίας, της οποίας σπάνια γίνονται αντιληπτά τα αίτια, και της στενο-χώριας. Η δυσφορία εκφράζεται ήδη από την παιδική ηλικία με διάφορους τρόπους-πχ. Πρόκληση, γκρίνια, κακοτροπία και κορυφώνεται στην εφηβεία με μεγαλύτερη ένταση. Το αίσθημα του πνιξίματος και της πίεσης μπορούν επίσης να οδηγήσουν και στην ανάπτυξη ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, αφού το παιδί δεν έχει τα λεκτικά εργαλεία ακόμη για να μπορέσει να επεξεργαστεί επαρκώς αυτά τα συναισθήματα, τα οποία ήρθαν από την οικογένεια για να εγκατασταθούν για πάντα, αν δεν καταφέρει να τα συνειδητοποιήσει και να τα επεξεργαστεί ως ενήλικας.

Μια σχέση αγάπης είναι σαν ένα ευρύχωρο σπίτι, μέσα στο οποίο μπορεί κάποιος να αισθάνεται άνετα αφού είναι ο εαυτός του, τον αποδέχονται, τον κατανοούν, τον εμπιστεύονται και τον σέβονται ως πολύτιμη ύπαρξη.

Πόσες φορές έχουμε ακούσει ότι ο σύντροφος δεν είναι όπως θα θέλαμε αλλά «μπορεί να αλλάξει με τον καιρό». Τι σημαίνει αυτό αν όχι την επιθυμία, να πετσοκόψει στοιχεία της ταυτότητάς του και να αποκτήσει νέα, αυτά που επιθυμούμε; Φυσικά το ιδανικό δεν υπάρχει στην πράξη παρά μόνο ως ιδέα. Γι αυτό και δεν υπάρχουν ιδανικά παιδιά, ούτε ιδανικοί άλλοι, παρά μόνο στη σφαίρα του φαντασιακού και του παραμυθιού.

Παλιά θεωρούσαν ότι το παιδί είναι μία λευκή σελίδα, tabula rasa, ένα ζυμάρι που πλάθεται και που δεν φέρει τίποτε το ατομικό. Ο Ρουσσό με το έργο του «Αιμίλιος» το 1762, προκάλεσε επανάσταση ανατρέποντας τις παλαιότερες ιδέες. Το παιδί δεν είναι ένας μικρός ενήλικας. Έχει δικές του ανάγκες σύμφωνα με το αναπτυξιακό του στάδιο, τη γονιδιακή ταυτότητα, τον προσωπικό ρυθμό και την προσωπικότητά του.

Η προσδοκία του γονιού εμφανίζεται πριν τη γέννηση του παιδιού. Τότε που το φαντασιώνει και το περιεχόμενο αυτής της φαντασίωσης εμπλέκεται στην παιδαγωγική που θα ακολουθήσει αργότερα. Φυσικά, δεν είναι επιβλαβές να φαντασιώνει κανείς το αγέννητο παιδί του, αλλά και ούτε αποφεύγεται. Από την άλλη, είναι πολύ θετική η φαντασίωση ενός καλού μέλλοντος για το παιδί.

Η επιθυμία του γονιού ιδιαίτερα από τα μικρά παιδιά γίνεται αντιληπτή ακόμη και χωρίς να ειπωθεί. Ήδη από την βρεφική ηλικία τα βρέφη αντιλαμβάνονται τις διαθέσεις των γονιών, ιδιαίτερα της μητέρας. Και ως την εφηβεία, τα παιδιά προσπαθούν να ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες.

Η αντίληψη της διαφορετικότητας του παιδιού, ως αυτόνομου ατόμου με τα δικά του χαρακτηριστικά, είναι δύκολη και προαπαιτεί την ψυχική ωριμότητα του γονιού.

Η μη αποδοχή κλιμακώνεται από την ολοκληρωτική απόρριψη, μέσω της γονεϊκής εγκατάλειψης, ως την άρνηση και μη αποδοχή μέρους του παιδιού. Τέτοια είναι η μη αποδοχή επιλογών του παιδιού τους, όπως ,του συντρόφου, του επαγγέλματος, του τρόπου ζωής, του θρησκεύματος και των πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά και στοιχείων της προσωπικότητας. Οι γονείς αυτοί συνήθως παρεμβαίνουν κριτικά απέναντι στους φίλους που επιλέγει το παιδί, την επαγγελματική του επιλογή. Συνήθως, του επιβάλλουν, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, να ακολουθήσει δρόμους που δεν ακολούθησαν εκείνοι γιατί κάποιος άλλος, ή η ζωή δεν τους το επέτρεψε. Βλέπουν το παιδί σαν προέκταση του εαυτού τους και ζουν μέσα από τη ζωή του. Δεν διακρίνουν την επιθυμία του, ή την αρνούνται.

Πολλές φορές το παιδί έρχεται στη ζωή πρόωρα και σε κακή εποχή για τους γονείς. Μπορεί να το θέλει μόνο ο ένας από τους δυο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μη αποδοχή ξεκινά ήδη από τη σύλληψη. Συνήθως οι άνθρωποι αυτοί που έχουν τέτοια προϊστορία αισθάνονται ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, ή ότι η ζωή τους είναι ένα λάθος. Δυσβάσταχτες σκέψεις!

Η ενηλικίωση αυτού του παιδιού θα αργήσει πολύ να έρθει.Γιατί, σε σχέση με ένα άλλο παιδί που το αποδέχονται, θα πρέπει να σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο για να καταλάβει ότι έχει δικαίωμα να αισθάνεται και να επιθυμεί διαφορετικά από τους γονείς του. Θα προσπαθήσει πολλά χρόνια να τους πείσει να αποδεχθούν την ταυτότητά του, στην ουσία ζητώντας την αγάπη τους. Μερικές φορές αυτές οι προσπάθειες δεν σταματούν ποτέ, ως το θάνατο του γονέα.

Οι γονείς από την άλλη, αποδέχονται ευκολότερα ό,τι θεωρούν ως θετικές πλευρές του παιδιού τους και δυσκολότερα τις άλλες, ή τις μειονεξίες του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ζευγάρι επιστημόνων με παιδί 10 χρονών με δυσλεξία, που προτιμούν να τον αποκαλούν «τεμπέλη» πλήττοντας την αυτοεκτίμηση και το ναρκισσισμό του, παρά να δεχθούν ότι το παιδί τους έχει μία νοητική ιδιαιτερότητα και χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης και λογοθεραπείας.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η διαγενεολογική συνέχεια του επαγγέλματος, που συνήθως είναι κερδοφόρο. Βλέπουμε λοιπόν συχνά γιατρούς ή δικηγόρους πολλών γενεών να κρατούν το ίδιο γραφείο για αιώνες. Το παιδί που θα σπάσει αυτή την αλυσίδα για να ακολουθήσει το δικό του δρόμο δεν μπορεί παρά να διακατέχεται από (το παράδοξο) αίσθημα ενοχής και προδοσίας απέναντι στη γενιά του. Μόνο αν οι γονείς το αγαπούν πραγματικά μπορούν να το βοηθήσουν να βρει τον δρόμο του-ο οποίος μπορεί ακόμη και να είναι και η συνέχεια της αλυσίδας, αλλά αυτό θα πρέπει να έχει προκύψει από την καθαρή επιθυμία του ίδιου.

Αποδοχή σημαίνει επίσης και την ικανότητα αντίληψης της ιδιαίτερης αναπτυξιακής φάσης του παιδιού. Αυτό σημαίνει, ότι είναι θετικό να του δίνουμε ερεθίσματα, αλλά να μην το πιέζουμε « να φορέσει μεγαλύτερα παπούτσια» από την ηλικία του, δηλαδή να έχει επιτεύγματα μεγαλύτερης ηλικίας. Από την άλλη, μία καθυστέρηση σε έναν αναπτυξιακό τομέα,συνήθως σημαίνει ότι έχει άλλους ρυθμούς, και αν κάπου καθυστερεί σε κάτι άλλο θα υπερτερεί.

Ακόμη και στην περίπτωση σημαντικής νοητικής καθυστέρησης, η καθαρή αντίληψη και αποδοχή του γεγονότος από τον γονιό μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην εξέλιξη του παιδιού.

Παιδιά που έχουν γίνει αποδεκτά από τους γονείς θα έχουν ευτυχισμένες σχέσεις και θα ξέρουν να αγαπούν, αλλά και να αγαπιούνται.