Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η εξουσία στο ζευγάρι


Gustav Vigeland


Μην βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω,
μην βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μην σε οδηγήσω,
βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
 Αλμπέρ Καμύ

Η εξουσία, ως επιθυμία και στάση απέναντι στους άλλους -κι όχι ως θέση, είναι μία βασική αιτία εμφάνισης πολλών ψυχολογικών δυσκολιών και παθολογιών, αλλά δυστυχώς δεν έχει ακόμη δοθεί η απαραίτητη προσοχή σε αυτή την σχέση μεταξύ εξουσίας και της επίδρασης της στην ψυχοπαθολογία.

Η ανάγκη για εξουσία αποτελεί την πιο διαδεδομένη διαστροφή στην παγκόσμια και διαχρονική ιστορία του ανθρώπου. Μπορείτε να δείτε περισσότερα πάνω σε αυτό το θέμα σε παλαιότερο άρθρο.

Η εξουσιαστική σχέση που για να υπάρξει απαιτεί την ύπαρξη ενός εξουσιαστή κι ενός εξουσιαζόμενου βρίσκεται σε κάθε σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ας επικεντρωθούμε στο πρόβλημα της εξουσίας μέσα στο ζευγάρι.

Όπως σε κάθε άλλη μορφή εξουσιαστικής σχέσης, η εξουσία για να υπάρξει ζητά την συναίνεση του εξουσιαζόμενου αλλά και του εξουσιαστή. Είναι ένα είδος άτυπης και μη λεκτικής συνήθως, συμφωνίας που θεσπίζεται στο ζευγάρι και που εγκαθιδρύεται δίνοντας έναν σαδομαζοχιστικό χαρακτήρα στην σχέση.

Η κοινωνία επιδρά καθοριστικά σε αυτή την σχέση καθώς μέσω του ζευγαριού ή της οικογένειας αναπαράγονται κοινωνικά πρότυπα και στερεότυπα. Το ζευγάρι, όπως ήδη έχουμε δει, είναι κι αυτό υποκείμενο της εποχής του. 

Αλλά ας πάμε και στον ρόλο των ατόμων...

Για να υπάρξει μία ισότιμη σχέση πρέπει και τα δύο μέλη του ζευγαριού να είναι ψυχικά ώριμα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχει προηγηθεί η εξατομίκευση του καθένα, αυτό που ονομάζουμε "ενηλικίωση". Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας πρέπει να έχει ήδη καταφέρει να δομήσει την ταυτότητά του χωρίς να χρειάζεται (κρατείστε το ρήμα "χρειάζεται") τον άλλο.

Έτσι ένας κι ένας κάνουν δύο ολόκληρους ανθρώπους που φτιάχνουν ένα ζευγάρι όταν το επιθυμήσουν. Η έννοια του άλλου μισού (ετέρου ήμιση) δεν αναφέρεται στην κάλυψη του κενού σε επίπεδο ενήλικης ταυτότητας αλλά στην ενότητα των δύο ποιοτήτων "αρσενικού-θηλυκού", animus-anima κατά Γιουνγκ. 

Όταν δεν έχει πραγματωθεί η εξατομίκευση, τότε το ένα μέλος τείνει να προβάλλει στον άλλο, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, έναν γονεϊκό ρόλο παραδίδοντάς του την ευθύνη της δικής του ζωής. Σε μία τέτοια περίπτωση η παλινδρόμηση είναι βέβαιη και φυσικά ασυνείδητη. Για να πραγματωθεί, ο άλλος αποδέχεται τον ρόλο του γονιού.  Ο γονεϊκός ρόλος όμως είναι η πρώτη μορφή εξουσίας με την οποία ερχόμαστε σε επαφή και όταν κάποιος γίνεται παιδί σε μία σχέση αυτόματα δίνει την εξουσία αυτή στον άλλον.

Στην εξουσία ο ένας χρειάζεται τον άλλον.  Δεν τον επιθυμεί, δεν τον επιλέγει συνειδητά... του είναι χρήσιμος. Αυτή η χρηστική σχέση είναι κεντρικής σημασίας και στην εξουσιαστική σχέση όπου ο άλλος εργαλειοποιείται και εξυπηρετεί τους σκοπούς του υποκειμένου. Όταν κάποιος εργαλειοποιείται, χάνει το πρόσωπό του-γίνεται πιόνι, αυτοματοποιείται και χάνει την ανθρώπινή του ιδιότητα. Σε μία τέτοια περίπτωση η βία αποτελεί φυσική συνέπεια αφού μειώνεται η ενσυναίσθηση (την οποία την αισθανόμαστε μόνο αν ο άλλος έχει πρόσωπο). Η βία στην καθημερινή ζωή του ζευγαριού μπορεί να είναι καλυμμένη, να παίρνει διάφορα πρόσωπα, ωστόσο πάντα παράγει πόνο.

Ας πούμε έχετε παρατηρήσει κάποια ζευγάρια που ενώ ο ένας μιλάει στο τηλέφωνο ο άλλος φωνάζει παρεμβαίνοντας και του λέει τι να λέει αδιαφορώντας για το τι ακούει ο συνομιλητής ή πώς μπορεί να νοιώθει ο σύντροφος του;

Αν παρατηρήσουμε τέτοια ζευγάρια μέσα στην καθημερινότητά τους θα δούμε πολλές τέτοιες πτυχές μεγαλύτερης ή μικρότερης έντασης. Το δυσκολότερο είναι ωστόσο να διαπιστώσει και να αποδεχτεί κανείς την δική του επιθυμία για εξουσία πάνω στον άλλον.

Λίγα είναι τα ζευγάρια που δεν έχουν εξουσιαστικά στοιχεία στην σχέση τους και είναι τα ζευγάρια που κατορθώνουν πιο εύκολα την αρμονία και την ευτυχία.

Η ίδια η ανισορροπία, όταν υπάρχει, της έλξης και της επιθυμίας ανάμεσα τους (και τα δυο δεν ελέγχονται και δεν ανήκουν στην σφαίρα ευθύνης των υποκειμένων), μπορεί να αποτελέσει έναν εξουσιαστικό παράγοντα μέσα στο ζευγάρι, αλλά και πάλι χρειάζεται την συναίνεση των μελών για να γίνει από ανισορροπία σχέση εξουσίας.

Μορφές εξουσίας σε ένα ζευγάρι βρίσκονται στα παρακάτω πεδία:

-Η οικονομική εξάρτηση του ενός από τον άλλον
-Το στάτους προέλευσης του καθένα από τους δύο (κοινωνικός παράγοντας που χρειάζεται συνειδητή προσπάθεια για να μην παρεμβαίνει)
-Η εκκούσια μη συμμετρία στην σχέση σε κάθε επίπεδο
-Ο χειρισμός που γίνεται στο σεξ
-Όταν οι αποφάσεις παίρνονται μόνο από τον έναν ενώ αφορούν και τους δύο ή την οιγογένεια που έχουν δημιουργήσει
-Η άσκηση βίας
-Οι προσβολές (ακόμη περισσότερο όταν γίνονται μπροστά σε τρίτους)
-Τα παιδιά ως μοχλός εξουσίας των γονιών (ιδιαίτερα των γυναικών)
-Ανισότητα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις
-Άσκηση ελέγχου του ενός πάνω στον άλλον
-Απουσία σεβασμού της ιδιαιτερότητας του άλλου και των προσωπικών επιλογών του
-Παθητική επιθετικότητα όπου προτιμάται κάποιος να "κάνει μούτρα" και να μπει στην σιωπή από το να μπει σε διάλογο

Η φυλετική ανισότητα είναι η πιο οργανωμένη και κοινωνικά θεσμοθετημένη μορφή εξουσίας μέσα στο ζευγάρι. Μία ανισότητα της οποίας τα πατριαρχικά στοιχεία αποτελούν μία από τις πιο συχνές αιτίες διαζυγίου σήμερα. Γιαυτό κυρίως οι γυναίκες συνήθως παίρνουν την απόφαση να χωρίσουν.

Η σχέση εξουσίας μαθαίνεται... Μαθαίνεται από όλους τους θεσμούς σχεδόν και ιδιαίτερα από την οικογένεια. Έτσι, υπάρχουν δύο μορφών οικογένειες. Αυτές με πατριαρχική δομή (που είναι οι πιο συχνές) αλλά και αυτές με μητριαρχική δομή. Οι τελευταίες προέκυψαν από κυρίως οικονομικούς λόγους και είναι οι οικογένειες στις οποίες ο άντρας έλειπε από το σπίτι λόγω δουλειάς. Παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια του ναυτικού όπου η γυναίκα κάνει το κουμάντο της οικογένειας και του σπιτιού.

Η γενιά των σημερινών μεσήλικων είναι η γενιά με τα περισσότερα διαζύγια. Κι αυτό γιατί ανάμεσα σε άλλους παγκόσμιους παράγοντες κοινωνικούς και οικονομικούς, στην περίπτωση της Ελλάδας είναι η γενιά μετάβασης ρόλων. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η γενιά είναι η πρώτη (στην πλειοψηφία της) που και οι δύο σύζυγοι εργάζονται έξω από το σπίτι και αμοίβονται για την εργασία τους.
Αυτή η διάσταση έχει φέρει μεγάλη σύγχυση στους ρόλους, αφού άλλο έχουμε μάθει από την οικογένεια προέλευσης και αλλιώς καλούμαστε να ζήσουμε σήμερα.
Από αυτό το γεγονός προκύπτουν αρκετά προβλήματα στα μέλη του σύγχρονου ζευγαριού. Σεξουαλικά προβλήματα, αισθήματα ανεπάρκειας, καβγάδες είναι μόνο μερικές από τις εκδηλώσεις που μπορεί να σημαδεύουν αυτή τη "γενιά μετάβασης" όπως θα την χαρακτηρίσω κατά την οποία η γυναίκα εργάζεται και δεν κρατά τα οικιακά όπως η προηγούμενη στην πλειονότητά της.  

Όταν δύο άνθρωποι έρχονται σε επαφή για να γίνουν ζευγάρι τείνουν να αναπαράξουν (εκτός κι αν έχουν κάνει θεραπεία) τους ρόλους όπως τους έμαθαν από το σπίτι τους. Αν και οι δύο ήταν σε πατριαρχικές οικογένειες προέλευσης τότε θα συνεχίσουν στο ίδιο σχήμα και παρά την εξουσιαστική δομή θα υπάρχει αρμονία γιατί και οι δυο συναινούν θεωρώντας φυσικές τις θέσεις που παίρνουν. Το ίδιο και αν προέρχονταν από μητριαρχικές οικογένειες. Το μεγάλο πρόβλημα ανταγωνισμού στο ζευγάρι έρχεται όταν ο ένας προέρχεται από πατριαρχική και ο άλλος από μητριαρχική οικογένεια. Ωστόσο, αυτή είναι και η περίπτωση που μπορεί να επιτευχθεί μία σχέση ισοτιμίας μεταξύ τους, εφόσον είναι αρκετά ώριμοι να δουν ότι αυτό είναι προς όφελος και των δύο αλλά και της σχέσης τους. 

Λίγες οικογένειες προέλευσης δεν είχαν εξουσιαστικά στοιχεία. Κι αυτό είναι προϊόν κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων, όπως είπαμε, που δεν έχουν να κάνουν τόσο με την ευθύνη των μελών.

Ωστόσο σήμερα αν ένα ζευγάρι θέλει να είναι ευτυχισμένο μπορεί να κόψει την αλυσίδα του φαύλου κύκλου διαιώνισης της εξουσίας στην σχέση του, αρκεί να του είναι συνειδητά τα οφέλη από μία τέτοια υπέρβαση όπου ο ένας δεν θα καπελώνει τον άλλον.


Αν θέλετε ενημερωθείτε τηλεφωνικά (2108064426) για την ομάδα ευαισθητοποίησης σε θέματα ζεύγους.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Περί ντροπής

"Shame", Carla Navoa, 2008

Η ντροπή είναι ένα από τα πιο δυσάρεστα συναισθήματα που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται αναξιοπρεπής και κατώτερος.

Για την ντροπή έχουν γραφεί ελάχιστα κατά τα προηγούμενα χρόνια, σε αντίθεση με άλλα συναισθήματα όπως είναι η ενοχή και η αγωνία. Μόνο τελευταία εμφανίζεται αυξημένο το ενδιαφέρον ιδιαίτερα στην Αμερική. Επίσης, το θέμα της ντροπής προσεγγίζεται από διαφορετικές πλευρές, όπως είναι η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η θεολογία, η ανθρωπολογία κλπ.

Η ντροπή ανήκει στα συναισθήματα που ακινητοποιούν τη δράση του υποκειμένου. Την αναστέλουν και το κάνουν να παίρνει μία παθητική στάση απέναντι στον άλλον ή στην κοινωνία. Από την άλλη, είναι ένα από τα συναισθήματα που ενίοτε στρατεύονται προκειμένου να επιτευχθεί η συμμόρφωση του υποκειμένου προς τη νόρμα (τον κοινωνικό κανόνα) και να μην διαταραχθεί η τάξη και η συνοχή της κοινότητας.

Τι πραγματικά συμβαίνει με αυτό το συναίσθημα;

Η έκθεση αποτελεί την κατάσταση που ενεργοποιεί την ντροπή.

Η ντροπή εμφανίζεται στην περίπτωση που, νοιώθωντας ότι έχουμε παραβιάσει κάτι κοινώς αποδεκτό, ερχόμαστε σε επαφή με το βλέμμα του άλλου. Το βλέμμα που κρίνει και εξετάζει.
Τι κάνει αυτός που ντρέπεται; Αποφεύγει το βλέμμα των άλλων. Είτε κατεβάζει το κεφάλι, είτε κρύβει το πρόσωπο με τα χέρια. Στην ντροπή υπάρχει πάντα αδυναμία αντιμετώπισης του βλέμματος του άλλου.

Από την άλλη, αυτός ο άλλος τον οποίο ντρεπόμαστε δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άλλος. Αλλά είναι κάποιος που του αποδίδουμε ένα στάτους υψηλότερο από το δικό μας. Έτσι, με σιγουριά μπορώ να πω, ότι στην πραγματικότητα το συναίσθημα της ντροπής προκύπτει από μία σχέση εξουσίας (πραγματικής ή φαντασιακής) ανάμεσα σε αυτόν που ντρέπεται και στον άλλον.

Έτσι, δεν ντρεπόμαστε εύκολα τα παιδιά. Ντρεπόμαστε περισσότερο το γονιό, τον δάσκαλο, τον κληρικό, αλλά και την κοινότητα (καθώς η ισχύς των πολλών είναι μεγαλύτερη από αυτή του ενός).

Στη συνέχεια, το βλέμμα του πατέρα-μητέρας ή άλλου προσώπου εξουσίας εσωτερικεύεται, ενδοβάλλεται και λειτουργεί αυτόματα χωρίς αυτός (το πρωταρχικό πρόσωπο το οποίο ήταν η αιτία εμφάνισης της ντροπής) να είναι μπροστά. Έτσι η ντροπή εμφανίζεται ίσως και μπροστά σε ένα παιδί, ή χωρίς να βρίσκεται κάποιος μπροστά επειδή λειτουργεί ο άλλος ενδοβλημμένος-εσωτερικευμένος.

Η ντροπή, στην περίπτωση του Χριστιανισμού, πρωτοεμφανίζεται όταν ο Αδάμ και η Εύα έρχονται σε επαφή με το βλέμμα του Θεού μετά την παραβίαση του νόμου. Εμφανίζονται να κρύβουν τη γενετήσια περιοχή τους με φύλλα από δέντρα, ενώ, ως εκείνη τη στιγμή η γύμνια του σώματος δεν εμπεριείχε κάτι το μεμπτό. Η σύνδεση της σεξουαλικότητας και της ντροπής εμφανίζεται όταν όμως γίνονται ορατοί από το Θεό, Πατέρα.

Στην περίπτωση πολλών θρησκειών η ντροπή σχετίζεται με τη σεξουαλικότητα.
Η σεξουαλικότητα και η επιθετικότητα είναι οι δύο περισσότερο «επικίνδυνοι» τόποι για τη συνοχή της κοινότητας καθώς και τα δύο είναι παράγωγα ψυχικο-σωματικών ενορμήσεων.
Έτσι, η ντροπή ιδιαίτερα στις γυναίκες μπορεί να εκφραστεί σωματικά και με σταύρωμα των χεριών στην περιοχή που κρύβει τα γεννητικά όργανα.Είναι άλλωστε μία στάση του σώματος που υιοθετείται και από τους άντρες όταν βρίσκονται σε εκκλησία ή σε κάποια θρησκευτική τελετή.

Αιδώς(σεβασμός/ντροπή)-αιδοίο. Η ενοχοποίηση της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι μία από τις καλύτερες πρακτικές για τη διασφάλιση του θεσμού της οικογένειας και άρα της συνοχής της κοινωνίας.  Αξίζει να σημειώσουμε τη διαφορά μεταξύ ντροπής και σεβασμού. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα συναίσθημα που βάλλει τον ίδιο τον εαυτό, ενώ στη δεύτερη εκφράζεται η εκτίμηση απέναντι σε ένα άλλο πρόσωπο. Η διαφορά έχει να κάνει επίσης με τη θέση παθητικότητας/ενεργητικότητας αλλά και εσωστρέφειας/εξωστρέφειας αυτών των δύο συναισθημάτων, που το ένα γυρνά προς τον εαυτό ενώ το άλλο στρέφεται προς τα έξω.
Σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες, όπως το Ιράν, απαγορεύεται στις γυναίκες να κοιτούν στα μάτια τους άλλους. Σε άλλες, όπως το Αφγανιστάν, απαγορεύεται και στους άλλους να τις κοιτούν.

Κατά τους προηγούμενους αιώνες και ως τα μέσα του 20ου αι. η ντροπή στη γυναίκα θεωρείτο και σαγήνη. Ακόμη και σήμερα, πολλοί άντρες ελκύονται από την ντροπαλή γυναίκα. Έτσι, ασυνείδητα, τους επιβεβαιώνεται η ανωτερότητα του αρσενικού πάνω στο θηλυκό...

Στον αντίποδα, ο κοινωνολόγος Giddens (1991) αναφέρει ότι το φαινόμενο της ντροπής εμφανίζεται αυξημένο στους καιρούς μας και αποτελεί βασική λίθο στην ατομική και κοινωνική ζωή του ύστερου καπιταλισμού. 

Στο ίδιο μήκος κινείται και ο V. de Gaulezac (1996) o οποίος δείχνει μέσα από κλινικά παραδείγματα πώς η φτώχεια συνδέεται με την ντροπή, ντροπή που θέτει το υποκείμενο σε κατάσταση μεγαλύτερης αδυναμίας και το εγκλωβίζει σε μία θέση κατωτερότητας.


Η ντροπή μπορεί να συνοδεύει ένα υποκείμενο, μία οικογένεια, μία κοινότητα.

Στην περίπτωση της οικογένειας η ντροπή μπορεί να σχετίζεται με κάποιο μέλος της ή κάποια πρακτική της. Πολλά οικογενειακά δεινά θα είχαν βρει λύση  αν τα μέλη της αντιμετώπιζαν το συναίσθημα της ντροπής κι από την ακινητοποίησή τους περνούσαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων. 

Σε συλλογικό επίπεδο, μπορούμε να αναλογιστούμε πόσο πολύ προβάλλεται από τα μέσα σήμερα η σημασία της εικόνας της Ελλάδας από τους ξένους....Το πώς μας βλέπει ο άλλος, προεκτείνεται σίγουρα και σε επίπεδο συλλογικής ή εθνικής ταυτότητας και η ντροπή μπορεί να πλήξει συλλογικά μία κοινότητα. Επίσης, είναι πιθανό να γίνεται χειρισμός τέτοιων συναισθημάτων προκειμένου να υπάρχει κοινή αποδοχή και συμμόρφωση.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο ρόλο της θέασης και του βλέμματος

Το μυστήριο της συνάντησης των βλεμμάτων, ως άνοιγμα προς τον άλλον, αποτελεί τη βάση της επικοινωνίας. Το βλέμμα ως καθρέφτης της ψυχής, δηλώνει συχνά ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί. Αποτελεί όμως και την αντιμετώπιση του άλλου, ενώ το επίμονο βλέμμα στα μάτια δηλώνει επιθετικότητα. Για το τελευταίο, σας προτείνω να κάνετε ένα πείραμα με το κατοικίδιό σας. Κοιτάξτε το επίμονα στα μάτια και δείτε τις αντιδράσεις του. Αν έχετε καλή σχέση μαζί του θα κατεβάσει το κεφάλι για να σας δηλώσει ότι εσείς είστε το αφεντικό. Αν όχι, ή το κάνετε με ένα σκυλί στο δρόμο αυτό θα αρχίσει να γρυλλίζει και να δείχνει τα δόντια του.

Το παιχνίδι εξουσίας που παίζεται με τα μάτια είναι άλλωστε κι ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών: «Έλα, θα κοιταχτούμε στα μάτια συνέχεια κι όποιος γελάσει πρώτος χάνει»...

Αλλά και το φλερτ είναι μία επιθετική πρακτική, στην οποία το επίμονο βλέμμα επιτίθεται στον στόχο. Μία επίθεση που μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά μπορεί επίσης να γίνει και άκρως ενοχλητική.
Στον αντίποδα, η ντροπή είναι ένα παθητικό συναίσθημα που καταστέλλει και αναστέλλει την ατομική έκφραση. Είναι σαν μία εσωτερική επίθεση από το ίδιο το άτομο προς τον εαυτό. Παρεμποδίζει την κοινωνική αλλαγή και λειτουργεί ως το συναίσθημα (μαζί με άλλα-όπως ο φόβος και η ενοχή) φύλακας της υπάρχουσας συνθήκης.

Το παράδειγμα του χωριού είναι αποκαλυπτικό ως προς αυτό. Το υποκείμενο που ζει σε μία μικρή κοινότητα υπόκειται στον έλεγχο της περισσότερο από ό,τι στην πόλη. Το κουτσομπολιό έτσι, μπορεί να θεωρηθεί ως μία πρακτική η οποία ενισχύει τη συνοχή της κοινότητας εις βάρος του υποκειμένου. Ο φόβος του στίγματος (μία από τις συνέπειες της παραβίασης του κανόνα) και αποκλεισμού του υποκειμένου από την κοινότητα συνδέεται στενά με το συναίσθημα της ντροπής που αυτοκαταστέλλει το υποκείμενο.

Η καταστολή όμως ενδυναμώνει την ενορμητική πίεση. Έτσι, ό,τι καταστέλλεται δύναται να εκδηλωθεί αργότερα με έναν τρόπο χειμμαρώδη. Έτσι έγινε και με την ελληνική τηλεόραση που η έκδηλη και χυδαία σεξουαλικότητα στα σήριαλ, ακόμη και της μεσημεριανής ζώνης, έρχεται να αντισταθμίσει την τηλεοπτική σεμνοτυφία που υπήρχε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Παρόλα αυτά, το φαινόμενο της ελληνικής τηλεοπτικής χυδαιότητας δεν μπορεί βέβαια να ερμηνευτεί μόνο κάτω από αυτό το πρίσμα. Αλλά δεν θα επεκταθούμε γιατί χρήζει μεγάλης συζήτησης.

Μία βλαβερή παρενέργεια της ντροπής είναι η σιωπή. Το ντροπαλό υποκείμενο σιωπά και κατεβάζει το κεφάλι. Έτσι ούτε μέσω του λόγου μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση ή να τη σταματήσει. Είναι γνωστή η θεραπευτική δύναμη του λόγου, μέσω του οποίου γίνεται η δευτερογενής επεξεργασία των συναισθηματικών καταστάσεων και αποτελεί το βασικό μέσο αλλαγής στην ψυχαναλυτική πρακτική.
Στις νευρώσεις βλέπουμε πολύ συχνά την κυριαρχία τέτοιων συναισθημάτων που αναστέλλουν τη δράση του υποκειμένου. Από τη μια κυριαρχούν τα συναισθήματα της ενοχής και της ντροπής κι από την άλλη υπάρχει η απαίτηση της επιθυμίας (ή καλύτερα της ενόρμησης).
Αυτός που διακατέχεται από το συναίσθημα της ντροπής δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις και να προχωρήσει σε ωφέλιμες αλλαγές.

Δουλεύοντας δραματοθεραπευτικά, η έκθεση που προσφέρει το θέατρο (που χρησιμοποιείται ως μέσο) αποτελεί από μόνη της μία θεραπεία σε ντροπαλούς ανθρώπους, καθώς αυτή γίνεται μέσα στο ασφαλές περιβάλλον της ομάδας ή της ατομικής θεραπείας. Ο άλλος στην περίπτωση αυτή δεν είναι μόνο θεατής αλλά γίνεται και μάρτυρας, συμμετέχει δηλαδή συναισθηματικά με αυτόν που εκτίθεται και δραματοποιεί στη σκηνή. Στόχος της θεραπείας δεν είναι η αν-αίδεια, αλλά η απελευθέρωση από τα, συχνά, μάταια συναισθήματα που θυματοποιούν το υποκείμενο, χωρίς παράλληλα να τίθεται σε κίνδυνο η κοινωνική του θέση. Κυρίως όμως στοχεύει στο εσωτερικευμένο μάτι (ενός αμείλικτου υπερεγώ) το οποίο από κριτής μπορεί να γίνει και καθρέφτης αναγνώρισης της ατομικότητας και της ανάγκης της.
 
"Τι θεωρείς πιο ανθρώπινο;
Να απαλλάσσεις κάποιον απ' τη ντροπή.
Ποιά είναι η σφραγίδα της απελευθέρωσης;
Να μη ντρέπεσαι πια ενώπιον του εαυτού σου."
 
Nίτσε.







Giddens A. (1991) Modernity and Self-Identity, Cambridge: Polity Press.

De Gaulezac V. (1996), Les sources de la honte, Paris: Points.  


Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Εξουσία και διαστροφή


Το μάτι μου κοιτάει πολύ μακριά ( στον θρόνο), η καρδιά μου ποθεί πάρα πολλά, που ούτε το χέρι μου τα φτάνει ούτε η δύναμη μου. Ε, λοιπόν, ας πούμε πως δεν έχει βασίλειο για τον Ρίτσαρντ· ποιαν άλλην ηδονή μπορεί ο κόσμος να προσφέρει; (...) Λοιπόν, αφού δεν έχει η γη χαρά για μέναν άλλη απ’ το να διατάζω, να ελέγχω, να υποτάσσω άλλους που είναι από μένα πιο καλοφτιαγμένοι, θα κάνω τ ’ όνειρο ουρανό μου για το στέμμα■ κι όσο ζω, θα λογαριάζω κόλαση τον κόσμο, ώσπου το άσκημο κορμί μου, που έχει ετούτο το κεφάλι, περιστεφανωθεί με δοξασμένο στέμμα. 
"Ερρίκος ΣΤ'" Σαίξπηρ
(III, 2, 144)


Σκέφτομαι πολύ καιρό αυτό το θέμα, αλλά δεν καταπιανόμουν. Ο λόγος του δισταγμού έγκειται στο ότι οι δύο όροι «εξουσία» και «διαστροφή» επιδέχονται στη βιβλιογραφία πολλαπλές ερμηνείες, οπότε και δυσκολεύει το εγχείρημα.

Εντούτοις, θα προσπαθήσω σήμερα να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου. Το θάρρος το βρήκα από το άρθρο που διάβασα σήμερα σχετικά με το νέο βιβλίο του Γιούργκεν Χάμπερμας που αποκαλεί την κατάσταση της απόλυτης εξουσίας των αγορών πάνω στα κράτη και τις ζωές των ανθρώπων «ανωμαλία».

Η μοναδική μορφή φυσικής εξουσίας που υπάρχει στη ζωή, είναι η γονεϊκή εξουσία. Όσο πιο μικρό είναι το παιδί τόσο πιο μεγάλη είναι. Έτσι, η εξουσία που ασκεί το περιβάλλον στο βρέφος είναι τεράστια, αφού το υποκείμενο δεν διαθέτει καμία αυτονομία να τραφεί μόνο του, να φροντίσει την υγιεινή του, να επικοινωνήσει τις ανάγκες του μέσω του λόγου. Σταδιακά, η γονεϊκή εξουσία συρρικνώνεται και ο γονιός με το παιδί του γίνονται ισότιμοι με την εξατομίκευση και ενηλικίωση του τελευταίου.

Οι υπόλοιπες μορφές εξουσίας δεν είναι φυσικές. Σε άλλες μορφές κοινωνιών, ιδιαίτερα στις μητριαρχικές, οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινότητας. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η ομοφωνία των μελών για τη λήψη μιας απόφασης κι όχι η πλειοψηφία-όπως στις κοινωνίες των Ινδιάνων Χόπι.

Η εξουσία είναι μία θέση που χαρακτηρίζεται από την ισχύ και την ευθύνη για τη λειτουργία της κοινότητας-ομάδας-κράτους-οργανισμού. Πρέπει να μην συγχέουμε την έννοια της εξουσίας με την έννοια της ηγεσίας. Στην δεύτερη περίπτωση, ο ηγέτης αναδεικνύεται με φυσικό τρόπο σε κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Το άτομο που αναδεικνύεται ηγέτης είναι αυτός που διαθέτει όραμα και κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που αναγνωρίζονται από τα μέλη. Ο ηγέτης δεν έχει απαραίτητα εξουσία, καθώς η εξουσία προκύπτει κυρίως από τη θεσμοποίηση μίας θέσης ισχύος, ελέγχου και ευθύνης.

Η σχέση που έχουμε με κάθε μορφή εξουσίας (εργοδότη, κράτος κλπ) αντανακλά την πρωταρχική προσωπική εμπειρία που είχαμε με τη γονεϊκή εξουσία και ιδιαίτερα τον πατέρα. Έτσι, αν ο πατέρας ήταν για παράδειγμα αδιάφορος , τότε η εμπειρία προς την κάθε μορφή εξουσίας μετέπειτα θα φιλτράρεται μέσα από αυτό το βίωμα. Το κράτος ή ο εργοδότης ή ο θεραπευτής (στον οποίο επίσης προβάλλονται συχνά εξουσιαστικά χαρακτηριστικά) στο συγκεκριμένο παράδειγμα, θα φαίνονται αδιάφοροι προς τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το άτομο.

Η εξουσία ωστόσο σε σχέση με τον πληθυσμό πάνω στον οποίο ασκείται χαρακτηρίζεται από μία ανισορροπία ισχύος. Η έννοια της εξουσίας-και σ’αυτό συμφωνούν όλοι οι ορισμοί- δεν μπορεί να νοηθεί έξω από μία σχέση. Έτσι, κάποιος εξουσιάζει κάποιον άλλο.

Τα προσωπεία της εξουσίας είναι πολλά (όπως άλλωστε και τα προσωπεία της γονεϊκής εξουσίας) και αλλάζουν ανάλογα με τις περιόδους και τους πολιτισμούς. Μπορεί να είναι περισσότερο ανεκτικά και δημοκρατικά, ή απολυταρχικά και τυραννικά.
‘Οποιο κι αν είναι το προσωπείο της εξουσίας, η πηγή της είναι η ισχύς. Για να υπάρχει όμως απαραίτητο είναι να υπακούσουν τα υποκείμενα.

Παρόλο που η εξάρτηση του παιδιού από το γονιό δεν είναι πολιτική υποτέλεια, η διαμόρφωση αυτής της σχέσης με την εξάρτηση καθιστά το παιδί επιρρεπές στην υποτέλεια και την εκμετάλλευση. Έχοντας αυτή την εμπειρία της παιδικής ηλικίας έχουμε εσωτερικεύσει τη σχέση με την εξουσία και άρα είμαστε περισσότερο ευάλωτοι μαζικά πια σε αυτήν.

Για τον G.Mendel (1973) τρία είναι τα χαρακτηριστικά της σχέσης εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου: η ανισότητα, η υποταγή και το μυστήριο-απόσταση (που απαιτείται για να συμβάλλει στην προβολή ασυνείδητων επιθυμιών στο πρόσωπο του εξουσιαστή).

Ας δούμε όμως τα πράγματα και από την άλλη σκοπιά.

Τι είναι αυτό το οποίο κάνει κάποια υποκείμενα να διψούν για εξουσία; Σε τι άραγε χρειάζεται τόση ισχύς η οποία να ξεπερνά τις απαιτήσεις της ζωής του οργανισμού και της προστασίας του παιδιού του; Ποιος είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου που επιθυμεί να ασκεί έλεγχο στις ζωές και των άλλων;

Κι εδώ θα μου επιτρέψετε να συσχετίσω αυτή την επιθυμία με τη διαστροφή. Η διαστροφή, όπως και η εξουσία δεν μπορεί να οριστεί πέρα από τα πλαίσια της σχέσης. Στην πραγματικότητα όμως η διαστροφή είναι μία μορφή παθολογίας της σχέσης. Μία αντί-σχέση που χαρακτηρίζεται από αντικοινωνικότητα

Συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε την έννοια της διαστροφής αναφερόμενοι στη σεξουαλικότητα. Στην περίπτωση αυτή, η διαστροφή ορίζεται ως μία απόκλιση που έχει να κάνει είτε με το αντικείμενο της επιθυμίας (π.χ. παιδιά στην παιδοφιλία), είτε με τον στόχο (π.χ. τη θέαση στην οφθαλμολαγνία), είτε με την ερωτογενή ζώνη (το παράδειγμα του φετιχισμού)είτε με την αναγκαιότητα ύπαρξης συγκεκριμένων ιδιαίτερων συνθηκών προκειμένου να υπάρξει η ερωτική ικανοποίηση.

Εντούτοις, τελευταία βρίσκουμε και ορισμούς της διαστροφής που δεν αφορούν πια αποκλειστικά την σεξουαλική παρεκλίνουσα συμπεριφορά.

Ο Φρόυντ αναφέρει ότι η διαστροφή εμφανίζεται όταν υπάρχει ένα μπλοκάρισμα στην εξέλιξη του παιδιού εξαιτίας του φόβου του ευνουχισμού. Μην μπορώντας να αποχαιρετήσει το παιδί την κατάσταση του ερμαφροδιτισμού-της νιρβάνας ή της παραδεισένιας κατάστασης της απόλυτης αυτάρκειας-προκειμένου να κατακτήσει τη φυλετική του ταυτότητα κατασκευάζει φαντασιακά σενάρια στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο.

Η σημασία του σταδίου του ευνουχισμού έχει γίνει κατανοητή από όλες τις θρησκείες. Έτσι, για παράδειγμα η περιτομή, το κόψιμο των μαλλιών κατά την ορθόδοξη βάφτιση, ή άλλες τελετές μύησης υπάρχουν για να διαχειριστούν ακριβώς αυτή την ιδέα ότι το υποκείμενο δεν είναι ικανό να διαπράξει το κάθετί εξαιτίας του φαλλού (σύμβολο ισχύος). Όλα αυτά φυσικά πρέπει να τα καταλάβουμε μέσα από τους συμβολισμούς τους κι όχι μέσα από την κυριολεξία τους.

Στην περίπτωση της διαστροφής, το υποκείμενο συνεχίζει να αναζητά τον άλλο, όμως ο άλλος αποπροσωποποιείται και εργαλειοποιείται. Γίνεται μόνο ένας ρόλος που βοηθά στην αναπαράσταση της φαντασίωσης που έχει αντικαταστήσει την πραγματικότητα κι όπου το υποκείμενο αισθάνεται ότι έχει τον πλήρη έλεγχο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μία πληθώρα μέσων δια-στρέφονται, αλλάζουν δηλαδή κατεύθυνση. Έτσι, βλέπουμε ανθρώπους που κυνηγούν το χρήμα-που από ανταλλακτικό μέσο φαντασιώνεται ως μέσο που φέρει ισχύ και έλεγχο. Σε καιρό πολέμου οι γυναίκες του εχθρού βιάζονται για να φανεί η κυριαρχία του νικητή, ενώ ο βασιλιάς δικαιούται συνήθως να έχει χαρέμι..

Η εξουσία διαστρέφει τα υποκείμενα. Τα αλλοτριώνει και τα μεθάει. Είναι σαν Διονυσιακή μέθη που αλλοιώνει τη συνείδηση και τον ορθό λόγο. Όχι πάντα βέβαια κι αυτό έχει να κάνει με την ωριμότητα του υποκειμένου που έχει βρεθεί σε θέση εξουσίας-που δυστυχώς είναι σπάνια. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Μαντέλα-που αποσύρθηκε από την εξουσία λόγω γηρατιών εκκούσια, σε αντιπαράθεση με παραδείγματα άλλων γερόντων που δεν αφήνουν τον «θρόνο» παρά μόνο όταν έρχεται ο θάνατος.

Από την άλλη, βλέπουμε συχνά να υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ της εξουσίας και των σεξουαλικών αποκλίσεων. Έτσι τα διάφορα σεξουαλικά σκάνδαλα που ξεσπούν και αφορούν πρόσωπα εξουσίας (από την παιδοφιλία των θρησκευτικών αρχηγών του Βατικανού, ως τις περιπέτειες του Στρος-Καν, του Μπερλουσκόνι κ.ά) μπορεί να προκαλούν αίσθηση, αλλά σίγουρα δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν αφού η ρίζα τους είναι κοινή με τη δίψα για την εξουσία.

Είναι ευτυχισμένοι αυτοί οι άνθρωποι; Φυσικά και δεν είναι. Και το βλέπουμε από την κατάχρηση ουσιών, τις κακές σχέσεις με τους δικούς τους ανθρώπους, τον αυτοεξευτελισμό. Πρόκειται για ναρκισσιστικά διαταραγμένες προσωπικότητες που χρήζουν θεραπείας, αλλά ποτέ δεν θα προσέλθουν σε κάποιο γραφείο Ψ. Επειδή κατέχουν υψηλά αξιώματα ο πληθυσμός τείνει να εξιδανικεύει γιατί και όμορφα ρούχα φορούν και χρήματα έχουν και διαθέτουν την (τόσο παρεξηγημένη) ταμπέλα της επιτυχίας.

Η δίψα για εξουσία υπόκειται στη φροϋδική αρχή του θανάτου. Και υπό αυτή την έννοια η έννοια της διαστροφής είναι συνδεδεμένη με την εξουσία. Το υποκείμενο που διψά για κυριαρχία ξεκινά από τη σαγήνη, προχωρά με την επιρροή και καταλήγει στην κυριαρχία. Ο εξουσιαζόμενος λειτουργεί σαν υπνωτισμένος. Ο πόνος του τελευταίου δεν μπορεί να απουσιάζει σε ένα τέτοιο παιχνίδι εξουσίας. Σε αυτό συνηγορούν οι εργασίες του Goffman που μας έδειξαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει συναίνεση στον κυρίαρχο λόγο χωρίς κάποια μορφή καταπίεσης και βίας.

Πριν από 12, ήδη, χρόνια η Εταιρεία Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας είχε πραγματοποιήσει ένα καταπληκτικό συνέδριο στις Σπέτσες με θέμα: «Εξουσία, βία, πόνος». Τα πρακτικά του συνεδρίου έχουν κυκλοφορήσει σε δύο τόμους από τις εκδ. Καστανιώτη και όποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για το θέμα μπορεί να δει ξεκάθαρα σε αυτά τα κείμενα πόσο άρρηκτα συνδεδεμένος είναι ο πόνος με τη βία της εξουσίας.

Βία που εκδηλώνεται άλλοτε απροκάλυπτα με σωματική τιμωρία και προσπάθεια εκμηδενισμού των υποκειμένων κι άλλοτε καλυμμένα μέσα από ψυχολογική βία (π.χ. εκβιασμοί κ.ά.).

Το σίγουρο πάντως είναι ότι έχει τόσο πολύ νομιμοποιηθεί η εξουσία που έχει φυσικοποιηθεί, θεωρείται δηλαδή μία φυσική κατάσταση κι ως τέτοια δεν επιδέχεται γνωστικής επεξεργασίας.

Η νομιμοποίησή της έχει να κάνει τόσο με την πρωταρχική εμπειρία με τη γονεϊκή εξουσία που αναφέραμε, όσο και με την ιδεολογία και το συλλογικό φαντασιακό-που προβάλλεται πάνω στις μορφές εξουσίας και απαρτίζεται από ελπίδες για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης ή ακόμη και για διάσωση σε περιόδους κρίσεων.

Κλείνοντας θα ήθελα να θυμηθούμε τα λόγια του Πασκάλ: «Αφού δεν κάναμε ισχυρή τη δικαιοσύνη κάναμε δίκαιο ό,τι είναι ισχυρό»...κι ο συνειρμός μου αναπόφευκτα με οδηγεί σε εκείνο το «ό,τι νόμιμο και ηθικό» που είχαμε ακούσει πριν λίγα χρόνια.

Ο νόμος, όμως, όπως μας λέει ο Θ. Λίποβατς διαφοροποιείται από την εξουσία. Διαφοροποιείται γιατί προκύπτει από το λόγο κι όχι από το φαντασιακό.
Τώρα βέβαια τίθεται το ερώτημα ποιος νομοθετεί; Αλλά κι αυτό έγκειται στην εκάστοτε ιστορικοκοινωνική στιγμή, ενώ οι όποιες απαντήσεις ξεπερνούν τα όρια της ταυτότητας του ψυχολόγου.