Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Περί ντροπής

"Shame", Carla Navoa, 2008

Η ντροπή είναι ένα από τα πιο δυσάρεστα συναισθήματα που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται αναξιοπρεπής και κατώτερος.

Για την ντροπή έχουν γραφεί ελάχιστα κατά τα προηγούμενα χρόνια, σε αντίθεση με άλλα συναισθήματα όπως είναι η ενοχή και η αγωνία. Μόνο τελευταία εμφανίζεται αυξημένο το ενδιαφέρον ιδιαίτερα στην Αμερική. Επίσης, το θέμα της ντροπής προσεγγίζεται από διαφορετικές πλευρές, όπως είναι η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η θεολογία, η ανθρωπολογία κλπ.

Η ντροπή ανήκει στα συναισθήματα που ακινητοποιούν τη δράση του υποκειμένου. Την αναστέλουν και το κάνουν να παίρνει μία παθητική στάση απέναντι στον άλλον ή στην κοινωνία. Από την άλλη, είναι ένα από τα συναισθήματα που ενίοτε στρατεύονται προκειμένου να επιτευχθεί η συμμόρφωση του υποκειμένου προς τη νόρμα (τον κοινωνικό κανόνα) και να μην διαταραχθεί η τάξη και η συνοχή της κοινότητας.

Τι πραγματικά συμβαίνει με αυτό το συναίσθημα;

Η έκθεση αποτελεί την κατάσταση που ενεργοποιεί την ντροπή.

Η ντροπή εμφανίζεται στην περίπτωση που, νοιώθωντας ότι έχουμε παραβιάσει κάτι κοινώς αποδεκτό, ερχόμαστε σε επαφή με το βλέμμα του άλλου. Το βλέμμα που κρίνει και εξετάζει.
Τι κάνει αυτός που ντρέπεται; Αποφεύγει το βλέμμα των άλλων. Είτε κατεβάζει το κεφάλι, είτε κρύβει το πρόσωπο με τα χέρια. Στην ντροπή υπάρχει πάντα αδυναμία αντιμετώπισης του βλέμματος του άλλου.

Από την άλλη, αυτός ο άλλος τον οποίο ντρεπόμαστε δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άλλος. Αλλά είναι κάποιος που του αποδίδουμε ένα στάτους υψηλότερο από το δικό μας. Έτσι, με σιγουριά μπορώ να πω, ότι στην πραγματικότητα το συναίσθημα της ντροπής προκύπτει από μία σχέση εξουσίας (πραγματικής ή φαντασιακής) ανάμεσα σε αυτόν που ντρέπεται και στον άλλον.

Έτσι, δεν ντρεπόμαστε εύκολα τα παιδιά. Ντρεπόμαστε περισσότερο το γονιό, τον δάσκαλο, τον κληρικό, αλλά και την κοινότητα (καθώς η ισχύς των πολλών είναι μεγαλύτερη από αυτή του ενός).

Στη συνέχεια, το βλέμμα του πατέρα-μητέρας ή άλλου προσώπου εξουσίας εσωτερικεύεται, ενδοβάλλεται και λειτουργεί αυτόματα χωρίς αυτός (το πρωταρχικό πρόσωπο το οποίο ήταν η αιτία εμφάνισης της ντροπής) να είναι μπροστά. Έτσι η ντροπή εμφανίζεται ίσως και μπροστά σε ένα παιδί, ή χωρίς να βρίσκεται κάποιος μπροστά επειδή λειτουργεί ο άλλος ενδοβλημμένος-εσωτερικευμένος.

Η ντροπή, στην περίπτωση του Χριστιανισμού, πρωτοεμφανίζεται όταν ο Αδάμ και η Εύα έρχονται σε επαφή με το βλέμμα του Θεού μετά την παραβίαση του νόμου. Εμφανίζονται να κρύβουν τη γενετήσια περιοχή τους με φύλλα από δέντρα, ενώ, ως εκείνη τη στιγμή η γύμνια του σώματος δεν εμπεριείχε κάτι το μεμπτό. Η σύνδεση της σεξουαλικότητας και της ντροπής εμφανίζεται όταν όμως γίνονται ορατοί από το Θεό, Πατέρα.

Στην περίπτωση πολλών θρησκειών η ντροπή σχετίζεται με τη σεξουαλικότητα.
Η σεξουαλικότητα και η επιθετικότητα είναι οι δύο περισσότερο «επικίνδυνοι» τόποι για τη συνοχή της κοινότητας καθώς και τα δύο είναι παράγωγα ψυχικο-σωματικών ενορμήσεων.
Έτσι, η ντροπή ιδιαίτερα στις γυναίκες μπορεί να εκφραστεί σωματικά και με σταύρωμα των χεριών στην περιοχή που κρύβει τα γεννητικά όργανα.Είναι άλλωστε μία στάση του σώματος που υιοθετείται και από τους άντρες όταν βρίσκονται σε εκκλησία ή σε κάποια θρησκευτική τελετή.

Αιδώς(σεβασμός/ντροπή)-αιδοίο. Η ενοχοποίηση της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι μία από τις καλύτερες πρακτικές για τη διασφάλιση του θεσμού της οικογένειας και άρα της συνοχής της κοινωνίας.  Αξίζει να σημειώσουμε τη διαφορά μεταξύ ντροπής και σεβασμού. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα συναίσθημα που βάλλει τον ίδιο τον εαυτό, ενώ στη δεύτερη εκφράζεται η εκτίμηση απέναντι σε ένα άλλο πρόσωπο. Η διαφορά έχει να κάνει επίσης με τη θέση παθητικότητας/ενεργητικότητας αλλά και εσωστρέφειας/εξωστρέφειας αυτών των δύο συναισθημάτων, που το ένα γυρνά προς τον εαυτό ενώ το άλλο στρέφεται προς τα έξω.
Σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες, όπως το Ιράν, απαγορεύεται στις γυναίκες να κοιτούν στα μάτια τους άλλους. Σε άλλες, όπως το Αφγανιστάν, απαγορεύεται και στους άλλους να τις κοιτούν.

Κατά τους προηγούμενους αιώνες και ως τα μέσα του 20ου αι. η ντροπή στη γυναίκα θεωρείτο και σαγήνη. Ακόμη και σήμερα, πολλοί άντρες ελκύονται από την ντροπαλή γυναίκα. Έτσι, ασυνείδητα, τους επιβεβαιώνεται η ανωτερότητα του αρσενικού πάνω στο θηλυκό...

Στον αντίποδα, ο κοινωνολόγος Giddens (1991) αναφέρει ότι το φαινόμενο της ντροπής εμφανίζεται αυξημένο στους καιρούς μας και αποτελεί βασική λίθο στην ατομική και κοινωνική ζωή του ύστερου καπιταλισμού. 

Στο ίδιο μήκος κινείται και ο V. de Gaulezac (1996) o οποίος δείχνει μέσα από κλινικά παραδείγματα πώς η φτώχεια συνδέεται με την ντροπή, ντροπή που θέτει το υποκείμενο σε κατάσταση μεγαλύτερης αδυναμίας και το εγκλωβίζει σε μία θέση κατωτερότητας.


Η ντροπή μπορεί να συνοδεύει ένα υποκείμενο, μία οικογένεια, μία κοινότητα.

Στην περίπτωση της οικογένειας η ντροπή μπορεί να σχετίζεται με κάποιο μέλος της ή κάποια πρακτική της. Πολλά οικογενειακά δεινά θα είχαν βρει λύση  αν τα μέλη της αντιμετώπιζαν το συναίσθημα της ντροπής κι από την ακινητοποίησή τους περνούσαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων. 

Σε συλλογικό επίπεδο, μπορούμε να αναλογιστούμε πόσο πολύ προβάλλεται από τα μέσα σήμερα η σημασία της εικόνας της Ελλάδας από τους ξένους....Το πώς μας βλέπει ο άλλος, προεκτείνεται σίγουρα και σε επίπεδο συλλογικής ή εθνικής ταυτότητας και η ντροπή μπορεί να πλήξει συλλογικά μία κοινότητα. Επίσης, είναι πιθανό να γίνεται χειρισμός τέτοιων συναισθημάτων προκειμένου να υπάρχει κοινή αποδοχή και συμμόρφωση.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο ρόλο της θέασης και του βλέμματος

Το μυστήριο της συνάντησης των βλεμμάτων, ως άνοιγμα προς τον άλλον, αποτελεί τη βάση της επικοινωνίας. Το βλέμμα ως καθρέφτης της ψυχής, δηλώνει συχνά ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί. Αποτελεί όμως και την αντιμετώπιση του άλλου, ενώ το επίμονο βλέμμα στα μάτια δηλώνει επιθετικότητα. Για το τελευταίο, σας προτείνω να κάνετε ένα πείραμα με το κατοικίδιό σας. Κοιτάξτε το επίμονα στα μάτια και δείτε τις αντιδράσεις του. Αν έχετε καλή σχέση μαζί του θα κατεβάσει το κεφάλι για να σας δηλώσει ότι εσείς είστε το αφεντικό. Αν όχι, ή το κάνετε με ένα σκυλί στο δρόμο αυτό θα αρχίσει να γρυλλίζει και να δείχνει τα δόντια του.

Το παιχνίδι εξουσίας που παίζεται με τα μάτια είναι άλλωστε κι ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών: «Έλα, θα κοιταχτούμε στα μάτια συνέχεια κι όποιος γελάσει πρώτος χάνει»...

Αλλά και το φλερτ είναι μία επιθετική πρακτική, στην οποία το επίμονο βλέμμα επιτίθεται στον στόχο. Μία επίθεση που μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά μπορεί επίσης να γίνει και άκρως ενοχλητική.
Στον αντίποδα, η ντροπή είναι ένα παθητικό συναίσθημα που καταστέλλει και αναστέλλει την ατομική έκφραση. Είναι σαν μία εσωτερική επίθεση από το ίδιο το άτομο προς τον εαυτό. Παρεμποδίζει την κοινωνική αλλαγή και λειτουργεί ως το συναίσθημα (μαζί με άλλα-όπως ο φόβος και η ενοχή) φύλακας της υπάρχουσας συνθήκης.

Το παράδειγμα του χωριού είναι αποκαλυπτικό ως προς αυτό. Το υποκείμενο που ζει σε μία μικρή κοινότητα υπόκειται στον έλεγχο της περισσότερο από ό,τι στην πόλη. Το κουτσομπολιό έτσι, μπορεί να θεωρηθεί ως μία πρακτική η οποία ενισχύει τη συνοχή της κοινότητας εις βάρος του υποκειμένου. Ο φόβος του στίγματος (μία από τις συνέπειες της παραβίασης του κανόνα) και αποκλεισμού του υποκειμένου από την κοινότητα συνδέεται στενά με το συναίσθημα της ντροπής που αυτοκαταστέλλει το υποκείμενο.

Η καταστολή όμως ενδυναμώνει την ενορμητική πίεση. Έτσι, ό,τι καταστέλλεται δύναται να εκδηλωθεί αργότερα με έναν τρόπο χειμμαρώδη. Έτσι έγινε και με την ελληνική τηλεόραση που η έκδηλη και χυδαία σεξουαλικότητα στα σήριαλ, ακόμη και της μεσημεριανής ζώνης, έρχεται να αντισταθμίσει την τηλεοπτική σεμνοτυφία που υπήρχε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Παρόλα αυτά, το φαινόμενο της ελληνικής τηλεοπτικής χυδαιότητας δεν μπορεί βέβαια να ερμηνευτεί μόνο κάτω από αυτό το πρίσμα. Αλλά δεν θα επεκταθούμε γιατί χρήζει μεγάλης συζήτησης.

Μία βλαβερή παρενέργεια της ντροπής είναι η σιωπή. Το ντροπαλό υποκείμενο σιωπά και κατεβάζει το κεφάλι. Έτσι ούτε μέσω του λόγου μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση ή να τη σταματήσει. Είναι γνωστή η θεραπευτική δύναμη του λόγου, μέσω του οποίου γίνεται η δευτερογενής επεξεργασία των συναισθηματικών καταστάσεων και αποτελεί το βασικό μέσο αλλαγής στην ψυχαναλυτική πρακτική.
Στις νευρώσεις βλέπουμε πολύ συχνά την κυριαρχία τέτοιων συναισθημάτων που αναστέλλουν τη δράση του υποκειμένου. Από τη μια κυριαρχούν τα συναισθήματα της ενοχής και της ντροπής κι από την άλλη υπάρχει η απαίτηση της επιθυμίας (ή καλύτερα της ενόρμησης).
Αυτός που διακατέχεται από το συναίσθημα της ντροπής δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις και να προχωρήσει σε ωφέλιμες αλλαγές.

Δουλεύοντας δραματοθεραπευτικά, η έκθεση που προσφέρει το θέατρο (που χρησιμοποιείται ως μέσο) αποτελεί από μόνη της μία θεραπεία σε ντροπαλούς ανθρώπους, καθώς αυτή γίνεται μέσα στο ασφαλές περιβάλλον της ομάδας ή της ατομικής θεραπείας. Ο άλλος στην περίπτωση αυτή δεν είναι μόνο θεατής αλλά γίνεται και μάρτυρας, συμμετέχει δηλαδή συναισθηματικά με αυτόν που εκτίθεται και δραματοποιεί στη σκηνή. Στόχος της θεραπείας δεν είναι η αν-αίδεια, αλλά η απελευθέρωση από τα, συχνά, μάταια συναισθήματα που θυματοποιούν το υποκείμενο, χωρίς παράλληλα να τίθεται σε κίνδυνο η κοινωνική του θέση. Κυρίως όμως στοχεύει στο εσωτερικευμένο μάτι (ενός αμείλικτου υπερεγώ) το οποίο από κριτής μπορεί να γίνει και καθρέφτης αναγνώρισης της ατομικότητας και της ανάγκης της.
 
"Τι θεωρείς πιο ανθρώπινο;
Να απαλλάσσεις κάποιον απ' τη ντροπή.
Ποιά είναι η σφραγίδα της απελευθέρωσης;
Να μη ντρέπεσαι πια ενώπιον του εαυτού σου."
 
Nίτσε.







Giddens A. (1991) Modernity and Self-Identity, Cambridge: Polity Press.

De Gaulezac V. (1996), Les sources de la honte, Paris: Points.