Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Περί ψυχικού κενού



Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. 
Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. 
Πλάσε κανάτι με πηλό. 
Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. 
Το όφελος έρχεται από τούτο που υπάρχει.
Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει
Λάο Τσε

Στις περισσότερες περιπτώσεις που κάποιος έρχεται σε ψυχοθεραπεία, αναφέρεται σε μία αίσθηση κενού που του προξενεί ανυπόφορα συναισθήματα. Άλλοτε αναφέρεται άμεσα σε αυτή κι άλλοτε συναντάμε το κενό ως έλλειψη ή (καλύτερα) ως μη ενεργοποίηση ψυχικών δυνατοτήτων, διεργασιών ή ικανοτήτων. 

Σε κάθε ψυχοπαθολογία το κενό εμφανίζεται με άλλη μορφή και έχει εγκατασταθεί ως αίσθηση στον ψυχισμό από διαφορετικές αιτίες.

Έτσι, στην κατάθλιψη που προέρχεται από απώλεια, το κενό εμφανίζεται ως συνέπεια αυτής της απώλειας, της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, ή της εργασίας, ή της υγείας και οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου ή κατάστασης που έχει χαθεί.

Στην πρωτογενή κατάθλιψη, η αίσθηση του κενού εμφανίζεται ως βασικός πυλώνας του ψυχισμού, χωρίς συγκεκριμένη εκλυτική αιτία. Συνήθως, πρόκειται για το κενό που εγκαθίσταται κατά τους πρώτους μήνες ζωής όταν η μητέρα είναι απούσα, ή πάσχει από κάποια ψυχική ασθένεια, όπως είναι η κατάθλιψη ή η ψύχωση. Το κενό σε αυτή την περίπτωση έχει να κάνει με την απουσία ανταπόκρισης και ενσυναίσθησης που χρειάζεται το βρέφος για να μπορέσει να επικοινωνήσει τις βασικές ανάγκες του. Για την περίπτωση αυτή, μπορείτε να ανατρέξετε σε προηγούμενο άρθρο του ιστολογίου για την επιλόχεια κατάθλιψη και τις συνέπειές της στο βρέφος.

Στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης, το κενό αποφεύγεται με το να παραγεμίζει ο άνθρωπος δραστηριότητες το χρόνο του. Δεν αντέχει καθόλου τη μοναχικότητα, πρέπει να βρίσκεται συνεχώς είτε με κόσμο, είτε να να απασχολείται με κάποια δραστηριότητα. Σίγουρα πάντως να βρίσκεται σε ένα συνεχή «θόρυβο». Αυτή την λειτουργία φαίνεται να καλύπτουν και οι έμμονες ιδέες που συνεχώς απασχολούν το μυαλό κι ας προκαλούν δυσβάσταχτη κόπωση και τεράστια σπατάλη ενέργειας. Στην πραγματικότητα, όταν φεύγουν τα ιδεοψυχαγκαστικά συμπτώματα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη που πάντα υποβόσκει από κάτω.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της μανίας. Η μανία εμφανίζεται με υπέρδραστηριότητα, ευφορία, παράλογες κινήσεις εξαιτίας αυτής της διάθεσης, όπως ανεξέλεγκτη σπατάλη χρημάτων κλπ. Συνήθως οι μανιακοί είναι πολύ δημοφιλείς σε παρέες γιατί φαίνονται να έχουν ανεξάντλητη ενέργεια. Η μανία είναι η άλλη όψη της κατάθλιψης και γιαυτό τις συναντάμε πάντα μαζί, τη μία να διαδέχεται την άλλη ως αντιστάθμισμα, σε μία συνεχή αλληλουχία. Πρόκειται για τη λεγόμενη διπολική διαταραχή, όπου στον ένα πόλο βρίσκεται η κατάθλιψη και στον άλλο το αντίθετό της, η μανία.

Το κενό το συναντάμε συχνά και σε σχέση με ένα μυστικό, ένα κενό γνώσης, που αναφέρεται στη γενεολογία του υποκειμένου-συνήθως στις δύο προηγούμενες γενιές. Τέτοιου είδους κενών τα βρίσκουμε κυρίως στους ψυχωσικούς, οι οποίοι μην μπορώντας να έχουν μία οργανωμένη-χωρίς κενά, εξαιτίας οικογενειακών μυστικών-ιστορία, παρουσιάζουν διαταραγμένη αίσθηση ταυτότητας. Το κενό στον ψυχωσικό το συναντάμε όταν τον κοιτάξουμε στα μάτια. Μας βλέπει χωρίς να μας κοιτά, αισθανόμαστε ότι το βλέμμα του είναι άδειο. Μία εξαιρετικά ανησυχητική εμπειρία, αφού έχουμε μάθει να καθρεφτιζόμαστε στο βλέμμα των συνομιλητών μας.

Όμως το κενό το συναντάμε επίσης σε όλες τις περιπτώσεις εξαρτήσεων. Το κενό στους εξαρτημένους από ουσίες σχετίζεται με απώλειες που δεν έχουν επαρκώς επεξεργαστεί από τη διαδικασία του πένθους (απώλειες που μπορεί να μην έχουν επίσης επεξεργαστεί από την οικογένεια και να αναφέρονται σε πρόσωπα παλαιότερης γενεάς που έχουν χαθεί απρόσμενα συνήθως).Επίσης, σχετίζεται με την απουσία ενός νοήματος ζωής, ικανού να στρέψει το υποκείμενο προς δημιουργικές οδούς. Σε αυτό το σημείο παίζει ρόλο και η κακή εικόνα των γονεϊκών προτύπων που συνήθως έχει το υποκείμενο, που σχετίζεται με την απουσία χαράς στην καθημερινότητά τους.

Στην περίπτωση των διατροφικών διαταραχών, είναι περισσότερο εμφανές στη βουλιμία, η οποία εμφανίζεται κυρίως με τη λήψη της τροφής ως αντιστάθμισμα σε συναισθηματικές ελλείψεις. Μία κακή σχέση με τους συντρόφους, για παράδειγμα, η αδυναμία λήψης τρυφερότητας κάνει πολλούς, ιδιαίτερα γυναίκες, να ανατρέχουν στο ψυγείο και να παρηγορούνται με τη λήψη υπερβολικών ποσοτήτων τροφής-που γεμίζοντας το στομάχι έχουν την ψευδαίσθηση και του γεμίσματος του ψυχικού κενού.

Στην περίπτωση της ανορεξίας, επίσης έχουμε την αίσθηση του κενού. Τόσο σε αυτή την περίπτωση, όσο και στην περίπτωση της βουλιμίας, το κενό προέρχεται από το αναπαραστασιακό κενό που συνοδεύει τη λήψη της τροφής από τη μητέρα κατά τα πρώτα χρόνια ζωής. Το γάλα που δίνεται από το στήθος της μητέρας στο βρέφος είναι μία εμπειρία πολύ πλούσια συναισθηματικά που δεν έχει μόνο ως στόχο την κάλυψη της πείνας. Όταν το τάισμα γίνεται με τρόπο μηχανικό, χωρίς επαφή του βλέμματος, της ζεστασιάς του σώματος, τη φωνή της μητέρας και το χάδι της, πόσο μάλλον όταν η ίδια είναι νευρική και αγχωμένη, τότε η τροφή στερείται της αναπαράστασής της ως καλού αντικειμένου που ενσωματώνεται και συνδέεται με ένα κακό αντικείμενο. (π.χ. το φαγητό που βλάπτει, τον αλκοολισμό, τις τοξικές ουσίες κλπ στη μετέπειτα ζωή του υποκειμένου).

Υπάρχει και το αναπαραστασιακό κενό που κάνει τους ανθρώπους να δρουν μηχανικά, χωρίς να λαμβάνουν κάποια ικανοποίηση μέσα στην καθημερινότητα, οι άνθρωποι του προγράμματος και της απόλυτης τάξης. Δεν είναι τυχαία εδώ η ύπαρξη ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, που μην καταφέρνοντας το συναίσθημα να μεταβολιστεί μέσα από διεργασίες όπως είναι η σκέψη, η μνήμη, η έκφραση μέσω του λόγου, βρίσκει δίοδο μέσα από το σώμα.

Κενό συναντάμε επίσης στην ανία, στο επίπεδο των αναπαραστάσεων και σ’αυτό της επικοινωνίας ή της εκφραστικότητας. Επίσης, το συναντάμε ως ιδεώδες στη μυστική ανατολίτικη φιλοσοφία, ιδιαίτερα στον ταοϊσμό, που συνδέεται με την εξουδετέρωση των ενορμήσεων προκειμένου να υπάρξει πλήρης εναρμόνιση με τον κόσμο. (Κάτι που στην δυτική επιστήμη θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κατάθλιψη, αλλά κάθε φαινόμενο πρέπει να το βλέπουμε στο φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον). Το κενό υπάρχει σε τόσες ψυχικές παραλλαγές, που σίγουρα δεν φτάνει ο χώρος ενός τέτοιου άρθρου για να τις συμπεριλάβει αναλυτικά.

Η ψυχοθεραπεία έχει ως στόχο την αντιμετώπιση της αίσθησης του κενού. Αυτό γίνεται με το γέμισμα αυτής της μαύρης τρύπας που απειλεί τον ψυχισμό με νόημα. Το νόημα δεν δίνεται από κανέναν απ’έξω, αλλά πρέπει να αναδυθεί από το ίδιο το άτομο, την ιστορία του, την ιδιοσυγκρασία του, τις ικανότητές του, τις επιθυμίες του. Το νόημα είναι εξατομικευμένο, είναι για τον καθένα διαφορετικό και καλείται με τη βοήθεια του συνοδοιπόρου θεραπευτή να το ανακαλύψει και να επενδύσει ψυχικά πάνω σε αυτό.

Από την άλλη, αν το κενό αναφέρεται σε μία αδυναμία, μία έλλειψη, π.χ. εκφραστικότητας, αναπαραστασιακό, φαντασίας, μέσω της ψυχοθεραπείας βλέπουμε σταδιακά να αναπτύσσονται αυτές οι ικανότητες και να υποχωρούν τα όποια συμπτώματα συνδέονταν με τις συγκεκριμένες ελλείψεις που δυσκολεύουν τη ζωή των υποκειμένων.