Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Ζευγάρια μετάβασης (μέρος πρώτο-)

Το πρώτο μέρος αφορά κυρίως ζευγάρια μέσης ηλικίας (35-55 ετών)


Πλατεία Κυψέλης 1964   (πηγή: http://cemantron-anastasia.blogspot.gr/2015/12/blog-post_63.html)

Τα πάντα ρει...

Είναι μία φράση που έρχεται συχνά σε αυτό το ιστολόγιο και μάλλον είναι ενδεικτική της επίδρασης που έχει ασκήσει επάνω μου η προσωκρατική αλλά και κινεζική σκέψη.

Τα πάντα ρει λοιπόν και στο ζευγάρι και στην οικογένεια. Και αναφερόμαστε στην πλειοψηφία κι όχι σε μεμονωμένες περιπτώσεις ή περιπτώσεις που αφορούν μικρά τμήματα του πληθυσμού.

Έχουμε ξαναδεί ότι το ζευγάρι, όπως και τα άτομα, υπόκειται στην εποχή του κι η εποχή το χρωματίζει και του δίνει κάθε φορά διαφορετικά στοιχεία σε κάθε του έκφανση (ρόλοι, έκφραση της σεξουαλικότητας και της οικιότητας, προσδοκίες του ενός από τον άλλο κ.ά).

Σήμερα θα ήθελα να επικεντρωθούμε στα ζευγάρια που συναντιούνται σε ιστορικές στιγμές που είναι ενδεικτικές μεγάλων αλλαγών, αλλαγών που δεν γίνονται με τρόπο ανεπαίσθητο, ώστε τα μέλη να προσαρμοστούν σε αυτές και να αλλάζουν σταδιακά, αλλά καλούνται να ανταποκριθούν σε αλλαγές απότομες θα λέγαμε. Αυτό το ζευγάρι το οποίο για πρώτη φορά αντιμετωπίζει μία νέα συνθήκη που αλλάζει την δομή του με τρόπο καθοριστικό το λέω ζευγάρι μετάβασης.

Οι αλλαγές αυτές μπορεί να προέρχονται από δραματικά γεγονότα, όπως για παράδειγμα ένας πόλεμος, μία καταστροφή ή από τεχνολογικές και πολιτικοκοινωνικές αλλαγές. Παραδείγματα τέτοιων αλλαγών αποτελεί η αστυφιλία που σημειώθηκε στην χώρα μας για περίπου 30 χρόνια, ή στην Κίνα όπου σήμερα, 100.000 Κινέζοι την ημέρα εγκαταλείπουν τους τόπους καταγωγής και τις ρίζες τους για να πάνε στις μεγαλουπόλεις. Άλλο παράδειγμα είναι η εμφάνιση της μηχανής και η βιομηχανική επανάσταση που άλλαξε το τοπίο της εργασίας, του τόπου κατοικίας, της διανομής των εισοδημάτων...

Το σημερινό άρθρο το γράφω γιατί υπάρχει ένα πλήθος προβλημάτων, προβλήματα που έρχονται συχνά στο γραφείο μου, και που προέρχονται από την συζυγική ζωή. Το ζευγάρι που προέρχεται από  οικογένειες όπου μόνο ο πατέρας εργαζόταν και η μητέρα είχε την ευθύνη των οικιακών και του μεγαλώματος των παιδιών. Η οικονομική στήριξη της οικογένειας επιβάρυνε τον πατέρα και οι συνθήκες το επέτρεπαν. Ένας μισθός ας πούμε δημοσίου υπαλλήλου της δεκαετίας του 70 ήταν ικανός για να στηρίξει μία τετραμελή οικογένεια.

Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Δεν είναι δυνατόν στην Ελλάδα να ζήσει μία οικογένεια με δύο παιδιά μόνο από έναν μισθό. Μπορεί να καταφέρει ίσως να επιβιώσει, αλλά δεν μπορεί να ζήσει και να καλύψει τις ανάγκες για παιδεία, υγεία, ζεστασιά του σπιτιού, επαρκή τροφή, ένδυση.

Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα πρέπει να εργάζεται. Λέω "πρέπει' αλλά, συνήθως, θέλει κι όλας. Η γυναικεία εργασία ανήκει πια αναμφισβήτητα και στην σφαίρα της αυτοεκπλήρωσης για την γυναίκα. Η γυναίκα άλλωστε πάντα δούλευε, είτε με οικιακά, είτε στα χωράφια και αρκετές φορές ακόμη πιο σκληρά από τους άντρες. Ωστόσο, μόνο τις τελευταίες δεκαετίες αμοίβεται για την εργασία της. Η ύπαρξη αμοιβής της δίνει αίσθημα αυταξίας αλλά και οικονομική ανεξαρτησία.

Αυτή η μετάβαση, αυτά τα νέα ζευγάρια όπου και οι δυο είναι εργαζόμενοι, ξεκινά από την δεκαετία του 80 και κορυφώνεται κατά την δεκαετία του 90 όπου συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Αν συνδυάσουμε αυτό το γεγονός με την συνεχή εισροή του πληθυσμού από την επαρχία στα μεγάλα αστικά κέντρα, έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα για την διαμόρφωση των σύγχρονων συνθηκών μέσα στις οποίες συναντιέται και δημιουργείται ένα ζευγάρι. Συνθηκών και ηθών, συνηθειών δηλαδή αλλά και διαμόρφωση μίας νέας ηθικής.

Η απομάκρυνση από το χωριό σηματοδοτεί νέες αλλαγές στην καθημερινότητα.

Καλύτερα θα ήταν να αποφύγουμε να χαρακτηριστεί το φαινόμενο από όρους καλού και κακού, θετικού και αρνητικού, αφού υπάρχουν πολλά στοιχεία που αλλοτε βιώνονται θετικά κι άλλοτε αρνητικά, κι αυτά δεν γίνονται αντιληπτά ως τέτοια συνεχώς από όλα τα μέλη ενός συστήματος, ενός ζευγαριού.

Ετσι, η άφιξη στην πόλη έφερε το σπάσιμο των κοινωνικών δεσμών και αυτό είχε ως συνέπειες τόσο την μοναξιά όσο και ένα αίσθημα ελευθερίας από τον κοινωνικό έλεγχο του χωριού.

Η δραματική αύξηση διαζυγίων έχει λοιπόν να κάνει με αυτές τις δυο βασικές αλλαγές. Αλλαγές οικονομικοκοινωνικές που επιδρούν καθοριστικά στην ψυχολογία, δηλαδή στις συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τις στάσεις των ανθρώπων, όπως και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται και επικοινωνούν.

Έχουμε δει οι ψυχολόγοι ότι όταν οι άνθρωποι παντρεύονται, και ακόμη περισσότερο, όταν κάνουν παιδιά, υπάρχει μία έντονη ταύτιση με τις πατρικές οικογένειες. Η γυναίκα ανακαλεί το μητρικό πρότυπο και ο άντρας το πατρικό του. Οι γονείς του ζευγαριού ανακαλούνται ασυνείδητα ως πρότυπα μάθησης. Κι εδώ γίνεται το μπέρδεμα.. η εσωτερική σύγκρουση είναι σχεδόν αναπόφευκτη ακόμη και σε μη νευρωτικά υποκείμενα.

Οι γυναίκες, μας λένε τα στατιστικά στοιχεία ζητούν διαζύγιο στην συντριπτική πλειοψηφία. Γιατί άραγε;

Ο σύγχρονος άντρας απαιτεί με τρόπο ασυνείδητο την φροντίδα που έδινε η μητέρα του στο σπίτι, η οποία δεν εργαζόταν ωστόσο. Η σύγχρονη γυναίκα ανταποκρίνεται άμεσα στην ανάληψη αυτού του ρόλου, αναλαμβάνει επίσης συχνά την αποκλειστική φροντίδα των παιδιών. Αναλαμβάνει με τρόπο ασυνείδητο περισσότερα βάρη, γιατί ανακαλεί το μητρικό imago, την μητρική φιγούρα, όπως η ίδια την είχε συνηθίσει και γνώριζε. Ταυτόχρονα όμως, οι σύγχρονοι σύζυγοι, ξεχνούν ότι και οι δυο σήμερα είναι συχνά αναγκασμένοι να εργάζονται εκτός σπιτιού για να μπορούν να καλυφθούν τα οικογενειακά έξοδα.

Το αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης είναι ότι κάποια στιγμή οι γυναίκες κουράζονται. Η κούραση φέρει πολλά προβλήματα μέσα στο ζευγάρι. Γκρίνια, τσακωμοί, πικρία. Οι σύ-ζυγοι, (ετυμολογικά: αυτοί που σηκώνουν από κοινού τα βάρη) δεν έχουν ίσο βάρος. Αυτή η ανισσοροπία είναι συχνά η αιτία του διαζυγίου σήμερα. Έρευνα που παρουσίασα πριν δύο χρόνια και που είχε διεξαχθεί σε πάνω από 1500 άτομα στην Ελλάδα, έδειχνε ότι μόνο το 7% των αντρών συμμετέχουν εξίσου στις δουλειές του σπιτιού.

Είναι όμως οι άντρες περισσότερο ευτυχείς μέσα σε μία τέτοια κατάσταση;

Όχι. Η δυσαρέσκεια είναι κοινή τελικά...

Ο άντρας που δεν μπορεί να αναλάβει εξ' ολοκλήρου οικονομικά την οικογένεια όπως ο πατέρας του ή ο πεθερός του, αισθάνεται σε πολλές περιπτώσεις μειωνεκτικά. Του κακοφαίνεται που η γυναίκα του δουλεύει έξω από το σπίτι. Μερικές φορές, αυτό συμπαρασύρει και αισθήματα ζηλειας και φθόνου, ειδικά αν πηγαίνει καλά στην δουλειά της. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι άντρες σαμποτάρουν με τρόπο ασυνείδητο την εργασιακή ζωή της γυναίκας τους.  Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους συζύγους είναι πάρα πολύ εύκολο σε τέτοιες στιγμές να ξεσπάσει και να καταστρέψει την αγάπη μεταξύ τους.

Οι γυναίκες από την άλλη, συναισθηματικά εναλλάσσονται ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Από την μια αισθάνονται ανεπαρκείς και άλλοτε superwomen μιας και πρέπει να τα καταφέρουν σε πολλά επίπεδα. Όμως, ανεπαρκείς βλέπουν συχνά και τους συζύγους τους, οι οποίοι δεν μπορούν να τα καταφέρουν οικονομικά όπως οι πατεράδες τους, αλλά ούτε και μοιράζονται τις εργασίες του σπιτιού και της φροντίδας των παιδιών με τρόπο φυσικό.

Για χρόνια ακουγόταν και ακούγεται ακόμη και σήμερα ένα ψευδοδίλημμα που απευθύνεται στις γυναίκες... "καριέρα ή οικογένεια";  Πόσες γυναίκες δεν "τσίμπησαν" σε αυτό και αποφάσισαν να θυσιάσουν κάτι από τα δυο, λες και δεν γίνεται να συνυπάρξουν και τα δυο.

Μία τέτοια κατάσταση επιδρά και στην σεξουαλική ζωή του ζευγαριού. Οι γυναίκες αρνούνται συχνά την ερωτική συνεύρεση με τον άντρα τους καθώς είναι συχνά κουρασμένες, ενώ πολλοί άντρες αντιμετωπίζουν σεξουαλικά προβλήματα από την αδύναμη εικόνα που αποδίδουν στους ευαυτούς τους μέσα στις νέες συνθήκες, αλλά και την σύγχυση που τους έχει δώσει ο νέος ρόλος τους που ακόμη δεν τους είναι σαφής.

Κανείς λοιπόν δεν είναι ευτυχισμένος σε μία τέτοια μεταβατική περίοδο χωρίς να υπάρξει μία επεξεργασία και μία προσαρμογή στα νέα δεδομένα.

Τα παιδιά τους, στους δικούς τους γάμους, θα είναι περισσότερο υποψιασμένα τουλάχιστον ως προς αυτόν τον παράγοντα (της διανομής ρόλων και βαρών), εφόσον δεν υπάρξει κάποια άλλη δραματική εξέλιξη προερχόμενη από το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Σε μία τέτοια περίπτωση, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα διαζύγια στο μέλλον θα μειωθούν και θα σταθεροποιηθούν, εφόσον βέβαια ο θεσμός του γάμου συνεχίσει να υπάρχει, αλλά για το θέμα αυτό θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του άρθρου.

Μπορούμε να συγκρίνουμε την ελληνική περίπτωση με τις χώρες του βορρά όπου η βιομηχανική επανάσταση έφτασε νωρίτερα, και υπάρχουν περισσότερες γενιές γυναικών που εργάζονται. Τα παιδιά τους που μεγάλωσαν και με τους δύο γονείς εργαζόμενους είναι καλύτερα εξοπλισμένα στους δικούς τους γάμους από αυτούς που μεγάλωσαν σε οικογένειες όπου οι μητέρες απασχολούνταν με τα οικιακά.

Κι όμως το ζευγάρι μπορεί να είναι ευτυχισμένο αρκεί να αντιμετωπίσει τα γονεϊκά πρότυπα, να τα θέσει σε αμφισβήτηση, προσαρμοζόμενο στις ανάγκες του σήμερα. Συχνά όμως χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια, καθώς πολλές από τις παραπάνω διεργασίες γίνονται στο ασυνείδητο και δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν.