Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Η γονεϊκή ακύρωση και το πλήγμα στην αυτοπεποίθηση του παιδιού

 

Albert Gyorgy "Μελαγχολία"


Υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας συχνά ότι είναι υπερβολικά, ευαίσθητα, δύσκολα ή αχάριστα. Άλλα δεν ακούν απαραίτητα σκληρές λέξεις, αλλά συναντούν σταθερά αδιαφορία όταν φοβούνται, στενοχωριούνται, ζητούν παρηγοριά ή προσπαθούν να εξηγήσουν τι τους συνέβη. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ενήλικες γύρω τους επιμένουν ότι δεν είδαν σωστά, δεν θυμούνται σωστά ή δεν έχουν λόγο να νιώθουν όπως νιώθουν.

Δεν είναι κάθε τέτοια στιγμή τραυματική. Οι γονείς, όπως όλοι οι άνθρωποι, κουράζονται, κάνουν λάθη, χάνουν την υπομονή τους και μερικές φορές αντιδρούν άτσαλα. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη ενός μεμονωμένου λάθους, αλλά το αν το παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα σταθερό μοτίβο όπου η εμπειρία του αμφισβητείται, υποτιμάται ή απορρίπτεται χωρίς να ακολουθεί αναγνώριση και αποκατάσταση.

Η τραυματική ακύρωση (traumatic invalidation), είναι ένας όρος που μας έρχεται από την Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (ΔΣΑ) και αναφέρεται σε πιο ακραίες ή επαναλαμβανόμενες μορφές ακύρωσης. Πρόκειται για καταστάσεις στις οποίες το παιδί μπορεί να λάβει το μήνυμα ότι τα συναισθήματα, οι ανάγκες, οι αντιλήψεις ή ακόμη και η προσωπική του πραγματικότητα δεν είναι αξιόπιστα ή δεν έχουν σημασία. Η έννοια δεν αποτελεί διαγνωστική κατηγορία και δεν σημαίνει ότι κάθε δύσκολη παιδική εμπειρία συνιστά τραύμα. Είναι, όμως, ένας χρήσιμος τρόπος να σκεφτούμε πώς ορισμένες σχέσεις μπορούν να επηρεάσουν την εικόνα που διαμορφώνει ένα παιδί για τον εαυτό του.

Η επικύρωση συχνά παρερμηνεύεται ως υπερβολική επιείκεια ή ως συμφωνία με κάθε επιθυμία του παιδιού. Δεν είναι αυτό. Ένας γονέας μπορεί να αναγνωρίσει το συναίσθημα ενός παιδιού και ταυτόχρονα να βάλει ένα σαφές όριο στη συμπεριφορά του.

Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να θυμώσει επειδή πρέπει να σταματήσει το παιχνίδι και να φύγει. Μια ακυρωτική αντίδραση θα ήταν:

«Σταμάτα να κάνεις έτσι. Δεν υπάρχει λόγος να κλαις.»

Μια επικυρωτική, αλλά οριοθετημένη, απάντηση θα μπορούσε να είναι:

«Βλέπω ότι δεν θέλεις να φύγουμε και ότι έχεις θυμώσει πολύ. Καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο να σταματάς κάτι που σου αρέσει. Παρ’ όλα αυτά, τώρα πρέπει να φύγουμε και δεν θα χτυπήσουμε κανέναν.»

Το παιδί δεν παίρνει αυτό που θέλει. Παίρνει όμως ένα διαφορετικό μήνυμα: ότι το συναίσθημά του είναι υπαρκτό, κατανοητό και ανεκτό. Μαθαίνει σταδιακά ότι μπορεί να έχει έντονα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να ντρέπεται γι’ αυτά ή να ενεργεί με τρόπο που βλάπτει τον εαυτό του ή τους άλλους.

Σε αυτές τις ηλικίες, τα περισσότερα παιδιά δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους και να τα κατονομάσουν. Συχνές είναι δυστυχώς και οι περιπτώσεις των ενηλίκων που δεν τα καταφέρνουν. Τους ρωτάς "πώς νιώθεις"; και απαντούν "σκέφτομαι ότι...".  Τα παιδιά χρειάζονται τη βοήθεια των ενηλίκων για να μπορούν να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα τους, να τα επικυρώσουν, να μπορούν να ρυθμίσουν την ανησυχία που πολλές φορές προέρχεται από το συναίσθημα που δεν κατονομάζεται και μένει σε ένα αρχαϊκό επίπεδο ως ένταση. Ας σκεφτούμε τώρα πόσο δύσκολο είναι για γονιό που δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει τα δικά του συναισθήματα να μπορέσει να ανταποκριθεί επαρκώς στην ανάγκη του παιδιού.

Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς ανταποκρίνονται στα συναισθήματα των παιδιών αποτελεί σημαντικό μέρος της ανάπτυξης της συναισθηματικής και κοινωνικής λειτουργίας τους. Οι γονείς επηρεάζουν τα παιδιά όχι μόνο με όσα λένε, αλλά και με το πώς αντιδρούν στην έκφραση φόβου, θυμού, λύπης, ντροπής ή χαράς.

Μορφές της τραυματικής ακύρωσης

Η ακύρωση δεν εμφανίζεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί να είναι φανερή, επιθετική και ταπεινωτική, αλλά μπορεί και να είναι σιωπηλή: η απουσία ενδιαφέροντος, η έλλειψη παρηγοριάς, η μη αναγνώριση του παιδιού όταν ζητά βοήθεια ή προσπαθεί να πει κάτι σημαντικό.

Οι μορφές που ακολουθούν συχνά συνυπάρχουν. Δεν αποτελούν ένα αυστηρό διαγνωστικό σύστημα, ούτε σημαίνει ότι κάθε παιδί θα εσωτερικεύσει το ίδιο μήνυμα. Περιγράφουν, μάλλον, ορισμένους τρόπους με τους οποίους ένα παιδί μπορεί να αρχίσει να οργανώνει την εμπειρία του γύρω από την ιδέα ότι κάτι δεν πάει καλά με το ίδιο.

1) Όταν η κριτική γίνεται ταυτότητα ("είμαι ελαττωματικός")

Η κριτική είναι αναπόφευκτο μέρος της ανατροφής όταν αφορά συγκεκριμένες συμπεριφορές. Ένα παιδί χρειάζεται να ακούσει ότι δεν είναι σωστό να χτυπά, να προσβάλλει ή να καταστρέφει πράγματα. Η διαφορά είναι μεγάλη όταν η κριτική περνά από τη συμπεριφορά στην ταυτότητα.

Άλλο είναι να ακούσει:

«Αυτό που έκανες δεν ήταν σωστό.»

και άλλο:

«Είσαι κακό παιδί.»
«Είσαι χαζός/ή.»
«Δεν κάνεις τίποτα σωστά.»

Όταν τέτοιες φράσεις επαναλαμβάνονται, το παιδί μπορεί να μη σκέφτεται πια «έκανα λάθος». Η συστηματική ταπείνωση, γελοιοποίηση και υποτίμηση συνδέονται με ψυχολογική ή συναισθηματική κακομεταχείριση.

2) Όταν δεν υπάρχει κανείς διαθέσιμος: "Δεν αξίζω φροντίδα"

Η συναισθηματική παραμέληση δεν είναι πάντα εύκολο να αναγνωριστεί, ακριβώς επειδή συχνά δεν έχει τη μορφή μιας εμφανώς βίαιης πράξης. Μπορεί να είναι η σταθερή απουσία μιας ανταπόκρισης: το παιδί κλαίει και κανείς δεν το παρηγορεί, φοβάται και δεν βρίσκει ασφάλεια, θέλει να μοιραστεί κάτι σημαντικό και συναντά αδιαφορία.

Κανένας γονέας δεν μπορεί να είναι διαρκώς διαθέσιμος. Το ζήτημα δεν είναι ότι ένας γονέας δεν ανταποκρίθηκε μία φορά. Το ζήτημα είναι αν το παιδί μαθαίνει, ξανά και ξανά, ότι οι ανάγκες του δεν αξίζουν χώρο και ότι δεν υπάρχει κανείς διαθέσιμος όταν δυσκολεύεται.

3) Όταν το παιδί δεν ακούγεται: "Δεν είμαι σημαντικός"

Η αγνόηση μοιάζει με τη συναισθηματική παραμέληση, αλλά αφορά πιο ειδικά τη συστηματική απουσία προσοχής απέναντι σε όσα λέει, κάνει ή αισθάνεται το παιδί. Μπορεί να συμβαίνει όταν το παιδί διακόπτεται συνεχώς, όταν κανείς δεν ακούει τις ιστορίες του, όταν οι ερωτήσεις του αγνοούνται ή όταν οι προσπάθειές του περνούν απαρατήρητες.

Το παιδί μπορεί να γνωρίζει λογικά ότι ο γονέας του είναι κουρασμένος ή απασχολημένος. Σε ψυχικό επίπεδο, όμως, η επαναλαμβανόμενη εμπειρία του να μη λαμβάνει απάντηση μπορεί να γίνεται κάτι άλλο: «Αυτό που σκέφτομαι δεν ενδιαφέρει κανέναν», «δεν αξίζω προσοχή».

4) Όταν οι άλλοι ξέρουν πάντα καλύτερα: "Δεν με καταλαβαίνουν"

Η παρερμηνεία εμφανίζεται όταν οι πράξεις, οι προθέσεις ή τα συναισθήματα του παιδιού ερμηνεύονται συστηματικά με τον πιο αρνητικό τρόπο. Το παιδί ζητά λίγο χώρο και ο ενήλικας συμπεραίνει ότι κρύβει κάτι. Το παιδί δυσκολεύεται σε ένα μάθημα και χαρακτηρίζεται τεμπέλης. Διαφωνεί και θεωρείται ασεβές. Θυμώνει και κατηγορείται ότι χειρίζεται τους άλλους.

Όταν το παιδί ακούει διαρκώς ότι τα κίνητρά του είναι ύποπτα, μπορεί να αρχίσει να αμφιβάλλει για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Μπορεί να σκέφτεται ότι οι άλλοι γνωρίζουν καλύτερα τι θέλει ή τι εννοεί. Η παρερμηνεία δεν είναι απλώς μια διαφωνία, αλλά μία στρέβλωση.

5) Όταν δεν επιτρέπεται να δοκιμάσει: "Δεν είμαι ικανός να κάνω κάτι μόνος μου"

Τα όρια είναι απαραίτητα. Ένα παιδί χρειάζεται προστασία, σταθερότητα και καθοδήγηση. Ο υπερβολικός έλεγχος, αντίθετα, είναι είναι η συχνή αντικατάσταση της κρίσης και της πρωτοβουλίας του παιδιού από εκείνη του ενήλικα.

Όταν ο γονέας αποφασίζει τα πάντα, διορθώνει κάθε μικρό λάθος, δεν επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάσει, να αποτύχει ή να αναλάβει σταδιακά ευθύνη, τότε το παιδί στερείται ευκαιριών να αναπτύξει αίσθηση επάρκειας, αλλά και να εμβαθύνει στη γνώση από την εμπειρία. Μπορεί να γίνει υπερβολικά εξαρτημένο από εξωτερική καθοδήγηση ή να φοβάται τις αποφάσεις του. 

Η αυτονομία, βέβαια, δεν σημαίνει απουσία φροντίδας ή ορίων. Σημαίνει ότι ο ενήλικας προσφέρει στήριξη ανάλογη με την ηλικία του παιδιού, χωρίς να του αφαιρεί διαρκώς τη δυνατότητα να μάθει.

6) Όταν το παιδί φταίει για τα προβλήματα των μεγάλων: "Εγώ φταίω για όλα"

Ιδιαίτερα δύσκολο για το παιδί είναι να φορτώνεται ευθύνες που ανήκουν στους ενήλικες. Φράσεις όπως «εσύ μας κάνεις να μαλώνουμε», «για σένα έχουμε όλα αυτά τα προβλήματα» ή «μας αρρωσταίνεις με τη συμπεριφορά σου» μπορεί να κάνουν το παιδί να νιώσει ότι η παρουσία του προκαλεί δυστυχία στους άλλους.

Το παιδί μπορεί να οργανώσει μια γενικότερη πεποίθηση ότι είναι βάρος, ότι δημιουργεί προβλήματα και ότι οφείλει να φροντίζει τα συναισθήματα όλων των άλλων. 

7) Όταν η σύγκριση γίνεται μόνιμο μέτρο: "Είμαι κατώτερος"

Η άνιση μεταχείριση μπορεί να εμφανιστεί μέσα από συγκρίσεις,  διαφορετικούς κανόνες για τα αδέρφια που έχουν παρόμοιες ανάγκες. Ένα παιδί μπορεί να ακούει ότι το αδελφάκι του είναι πάντα πιο έξυπνο, πιο ήσυχο, πιο υπεύθυνο ή πιο αγαπητό. Μπορεί να βλέπει ότι οι δικές του ανάγκες αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικές, ενώ οι ανάγκες των άλλων θεωρούνται δικαιολογημένες. 

Φυσικά και δεν είναι κάθε διαφορετική αντιμετώπιση άδικη αφού, συνήθως, τα παιδιά δεν έχουν ίδιες ηλικίες, ιδιοσυγκρασίες ή ανάγκες. Η δυσκολία έγκειται όταν η διαφορετική μεταχείριση είναι σταθερή και ταπεινωτική.

8) Όταν το παιδί νιώθει ότι δεν ανήκει: "Είμαι παρείσακτος"

Ο αποκλεισμός είναι οδυνηρός επειδή αγγίζει μια βαθειά ανθρώπινη ανάγκη: την ανάγκη να ανήκουμε. Για ένα παιδί, ο αποκλεισμός μπορεί να σημαίνει ότι δεν το αφήνουν να συμμετέχει, ότι το κοροϊδεύουν μπροστά σε άλλους, ότι το περιθωριοποιούν μέσα στην οικογένεια ή ότι του δίνουν συνεχώς την αίσθηση ότι είναι παρείσακτο.

Σε αυτή την περίπτωση το παιδί μαθαίνει να αποσύρεται πριν ακόμη απορριφθεί ή να προσπαθεί υπερβολικά να γίνει αποδεκτό. Μπορεί να σχηματίσει την πεποίθηση ότι δεν έχει θέση στις σχέσεις ή ότι πρέπει να αλλάξει ριζικά για να αξίζει συμμετοχή.

9) Όταν η εμπειρία του παιδιού διαψεύδεται: "Δεν εμπιστεύομαι αυτό που αισθάνομαι και βλέπω"

Αυτή η μορφή ακύρωσης αφορά τη συστηματική διάψευση όσων το παιδί αντιλαμβάνεται, θυμάται ή βιώνει. Μπορεί να εκφράζεται με φράσεις όπως:

«Αυτό δεν έγινε ποτέ.»
«Το φαντάζεσαι.»
«Δεν θυμάσαι σωστά.»
«Είσαι υπερβολικός/ή.»

Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να διαφωνούν ειλικρινά για το τι συνέβη, να θυμούνται διαφορετικά το ίδιο γεγονός ή να αντιλαμβάνονται αλλιώς μια κατάσταση. Αυτό, από μόνο του, δεν αποτελεί άρνηση της πραγματικότητας. Πάνω σε αυτό το ζήτημα σας προτείνω το βιβλίο "Ασκήσεις ύφους" του Raymond Queneau, στο οποίο οι επιβάτες ενός λεωφορείου αφηγούνται το ίδιο περιστατικό όπως το αντιλαμβάνονται. Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας, η επιβαρυντική μορφή εμφανίζεται όταν η εμπειρία του παιδιού διαψεύδεται επανειλημμένα και απόλυτα, ιδίως από ενήλικες από τους οποίους εξαρτάται η ζωή τους. 

Η επαναλαμβανόμενη διάψευση της προσωπικής αντίληψης μπορεί να αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη στην κρίση, στη μνήμη και στην εσωτερική εμπειρία.

Όταν τα συναισθήματά του αναγνωρίζονται, μπορεί σταδιακά να καταλάβει ότι ο φόβος, η λύπη ή ο θυμός είναι ανεκτές εμπειρίες και ότι μπορεί να ζητήσει βοήθεια χωρίς να απορριφθεί. Όταν, αντίθετα, ακούει συστηματικά ότι «δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις έτσι», μπορεί να δυσκολεύεται να εμπιστευθεί και να διακρίνει τα συναισθήματά του, να τα καταπιέζει ή να νιώθει ντροπή για τις ανάγκες του.

Όταν κάποιος έχει μάθει να αμφισβητεί σταθερά αυτό που νιώθει ή αντιλαμβάνεται, η επανασύνδεση με τον εαυτό δεν γίνεται απλώς με την απόφαση «θα εμπιστεύομαι τον εαυτό μου». Συνήθως είναι μια αργή διαδικασία. Περιλαμβάνει την εκμάθηση ότι η εμπειρία μας μπορεί να αξίζει προσοχή, ακόμη κι αν χρειάζεται να τη διερευνήσουμε προσεκτικά.

Είναι σημαντικό να γίνει μια βασική διάκριση: ένα συναίσθημα είναι πάντα πραγματικό ως βίωμα. Αν νιώθω φόβο, ντροπή ή θυμό, το συναίσθημα υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πρώτη ερμηνεία που δίνω είναι αναγκαστικά ακριβής. Μπορεί να νιώθω φόβο επειδή κάποιος δεν απάντησε σε ένα μήνυμα, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι με απορρίπτει. Η εμπειρία δεν χρειάζεται να ακυρωθεί για να εξεταστεί η ερμηνεία της.

Η παρατήρηση είναι σημαντικός οδηγός. Είναι σημαντικό να εξασκηθούμε όλοι να "διαβάζουμε" το σώμα. Πριν την κρίση είναι σημαντικό να δω ότι π.χ. "νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος", "νιώθω ένα κενό", "νιώθω ότι πνίγομαι", "έναν κόμπο στο λαιμό" κλπ. 

Αυτό είναι ένα βασικό βήμα για να αναγνωρίσει κανείς την εμπειρία και να ξεκινήσει τη διερεύνησή της. Κατά τη διερεύνηση χρειάζεται να γίνει ένας διαχωρισμός του γεγονότος από την ερμηνεία. Π.χ. 

Γεγονός: «Ο άλλος δεν απάντησε στο μήνυμά μου για δύο ημέρες.»
Συναίσθημα: «Νιώθω άγχος, λύπη και ντροπή.» (έχει προηγηθεί η σωματική παρατήρηση και από αυτήν έχω καταλάβει ότι πρόκειται για άγχος (σφίξιμο, πίεση, απουσία αέρα), και λύπη (κενό, βάρος στο στήθος). 
Ερμηνεία: «Δεν ενδιαφέρεται για εμένα.»
Ανάγκη: «Χρειάζομαι σαφήνεια και αμοιβαιότητα.»
Πιθανή ενέργεια: «Μπορώ να ρωτήσω ήρεμα αν είναι διαθέσιμος να μιλήσουμε.»

Η πρακτική αυτή δεν είναι τρόπος να αποδειχθεί ότι το συναίσθημα είναι «παράλογο». Είναι τρόπος να δοθεί χώρος στο συναίσθημα χωρίς να μετατρέπεται αμέσως σε βεβαιότητα ή παρόρμηση.

Πολλοί άνθρωποι που μεγάλωσαν με ακύρωση διαπιστώνουν ότι η εξωτερική φωνή των άλλων έχει εσωτερικευτεί. Όταν δυσκολεύονται, δεν ακούνε μόνο τη δική τους ανάγκη· ακούνε αμέσως και τον εσωτερικό κριτή/δυνάστη:

«Μη γίνεσαι γελοίος/α.»
«Δεν έχεις λόγο να στενοχωριέσαι.»
«Εσύ φταις!»
«Γίνεσαι βάρος.»
«Κανείς δεν θέλει να ακούει τα προβλήματά σου.»

Η αλλαγή αυτής της φωνής δεν σημαίνει ότι κάποιος θα αρχίσει να εξιδανικεύει τον εαυτό του ή να αρνείται τα λάθη του. Σημαίνει ότι μπορεί να μάθει να μιλά στον εαυτό του με περισσότερη ακρίβεια και δικαιοσύνη:

«Δυσκολεύομαι τώρα, αλλά αυτό δεν με κάνει ανεπαρκή.»
«Έκανα λάθος, αλλά μπορώ να το διορθώσω.»
«Η ανάγκη μου για σεβασμό είναι θεμιτή.»
«Δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι αξίζω φροντίδα.»
«Μπορώ να ζητήσω χώρο χωρίς να ζητώ υπερβολικά.»

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον εαυτό δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση. Η ακύρωση συμβαίνει μέσα σε σχέσεις, και συχνά η επούλωση ενισχύεται μέσα σε διαφορετικές σχέσεις: σχέσεις όπου κάποιος ακούει χωρίς να χλευάζει, δεν βιάζεται να αποφασίσει τι «πραγματικά» νιώθεις και μπορεί να διαφωνεί χωρίς να σε ακυρώνει.

Ένας υποστηρικτικός άνθρωπος δεν χρειάζεται να λέει «έχεις απόλυτο δίκιο». Μπορεί να πει:

«Θέλω να καταλάβω πώς το έζησες.»
«Ακούω ότι αυτό σε πλήγωσε.»
«Δεν το είδα ακριβώς όπως εσύ, αλλά δεν θέλω να ακυρώσω την εμπειρία σου.»
«Ας δούμε μαζί τι συνέβη και τι χρειάζεσαι τώρα.»

Αυτό το είδος ανταπόκρισης είναι σημαντικό επειδή επιτρέπει την εξέταση της πραγματικότητας χωρίς ταπείνωση ή διάψευση της εσωτερικής εμπειρίας.

Η επανασύνδεση με την εσωτερική αντίληψη μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν υπάρχουν έντονη ντροπή, συνεχής αυτοκατηγορία, κρίσεις πανικού, αποσυνδετικά συμπτώματα, επαναλαμβανόμενες σχέσεις κακοποίησης, δυσκολία στα όρια ή έντονη αμφιβολία για τη μνήμη και την κρίση του ατόμου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει ένα πιο ασφαλές πλαίσιο. Ο στόχος δεν είναι να επιβάλει ο θεραπευτής μία «σωστή» εκδοχή των γεγονότων, ούτε να βεβαιώσει ότι κάθε ανάμνηση είναι ακριβής. Είναι να βοηθήσει το άτομο να ακούει τον εαυτό του χωρίς να τον απορρίπτει, να διαχωρίζει το συναίσθημα από την ερμηνεία, να αναγνωρίζει τα όριά του και να διαμορφώνει πιο ασφαλείς τρόπους σχέσης.