Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

O δύσκολος δρόμος από το ισόγειο στο επάνω πάτωμα

Πάει καιρός που θέλω να γράψω για ένα παράξενο ψυχικό φαινόμενο που είναι πολύ διαδεδομένο και δεν γνωρίζει σύνορα.
Η ιδέα αυτή εμφανίστηκε πριν λίγα μόλις χρόνια όταν μέσα από τη θεραπεία ατόμων και ομάδων το συνάντησα σε μία συχνότητα αρκετά μεγάλη.
Η απόφαση όμως ήρθε όταν διάβασα το βιβλίο "Η ταξική νεύρωση" του Γάλλου κοινωνιολόγου, Vincent De Gaulejac, το οποίο, χάρη στον μεταφραστή και φίλο Απόστολο Βερβερίδη και την επιμέλεια του εξαίρετου κλινικού και καθηγητή Κλήμη Ναυρίδη, κυκλοφορεί και στα Ελληνικά εδώ και μερικά χρόνια.
Στην έκδοση αυτή και σε όποιον άλλον αισθάνεται ότι τον αφορά αφιερώνω το σημερινό άρθρο.
 
 

        Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο που παρόλο που έχει όλα τα εφόδια (σπουδές, ικανότητες, όνειρα για το μέλλον) μπλοκάρει όταν του δίνεται η ευκαιρία να αλλάξει ταξικό επίπεδο;
 
        Παλιότερα, μία τέτοια ευκαιρία ήταν εξαιρετικά σπάνια, καθώς η ταξική μετακίνηση της επόμενης γενιάς ήταν αδύνατη και τα πράγματα προκαθορισμένα. Κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει δηλαδή σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ινδίας, όπου οι κάστες είναι με σαφήνεια προκαθορισμένες και απαγορεύεται οποιαδήποτε αλλαγή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αλλαγές και η αναδιανομή του πλούτου και των αγαθών επέρχονται μόνο με αιματηρές επαναστάσεις και βαθιές κρίσεις, που σπάνια συμβαίνουν στην ιστορία ενός λαού. Οι ταξικές συγκρούσεις, αντίθετα, δεν είναι σπάνιες. Οι εργάτες είχαν παράδοση σε τέτοιους αγώνες για ισότητα. Όμως, συνήθως, περιορίζονται σε φαινόμενα ανταρσίας και σπάνια κατορθώνουν τον στόχο εξάλειψης της κοινωνικής αδικίας. Γιατί άραγε;
 
      Σήμερα, έχει συμβεί κάτι που παλαιότερα δεν υπήρχε. Οι γενιές που ακολούθησαν τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο έβαλαν, σε μεγάλο βαθμό, το πρόταγμα της γνώσης και διαποτίστηκαν με το όνειρο ότι η διαγεναιολογική συνέχειά τους θα είχε καλύτερη μοίρα από τους προγόνους.
Σε αυτό βοήθησαν και συνθήκες που εξασφάλισαν δωρεάν καθολική και υποχρεωτική παιδεία σε όλα τα παιδιά της επικράτειας, ενώ η παιδική εργασία που αποτελούσε αναπόσπαστο παραγωγικό δυναμικό για πολλά χρόνια, όχι μόνο σταμάτησε-αλλά επενδύθηκε και με εξαιρετικά αρνητικές αναπαραστάσεις.
 
      Έτσι, σήμερα πολλά παιδιά εργατών, αγροτών και επαγγελματιών που είχαν χαμηλό εισόδημα και χαμηλό κοινωνικό στάτους, έχουν μορφωθεί και έχουν αποκτήσει πτυχία και δεξιότητες που τους επιτρέπουν την κοινωνική άνοδο και βελτίωση του βιωτικού επιπέδου ζωής.
 
      Σε αυτές τις περιπτώσεις, βλέπουμε συχνά ανθρώπους που διστάζουν να πραγματώσουν αυτή τη δυνατότητα. Πρόκειται για νεαρούς επιστήμονες που σχεδόν εξ αρχής εγκαταλείπουν την ενασχόληση με το αντικείμενο των σπουδών τους και ακολουθούν ταπεινότερους δρόμους.
 
      Ο De Gaulejac που έχει κάνει εκτεταμένη έρευνα πάνω στο θέμα αυτό, βλέπει να υπάρχει συχνά μία συνήθως ασυνείδητη εσωτερική σύγκρουση σε αυτές τις περιπτώσεις.
Από τη μια, υπάρχει η επιθυμία να βελτιώσει κάποιος την κοινωνική του θέση, ενώ από την άλλη αισθάνεται ότι μπορεί να προδίδει την προηγούμενη γενιά, τους γονείς και τους παπούδες του.
 
      Η σύγκρουση αυτή ενισχύεται ιδιαίτερα όταν είναι διφορούμενα και τα μηνύματα από την οικογένεια καταγωγής. Από τη μια επιθυμεί ο γονιός την εξέλιξη του παιδιού του, ενώ από την άλλη διακατέχεται και από τον φόβο ότι μπορεί και να το χάσει αν αλλάξει αυτό τάξη.
 
     Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, το μορφωμένο παιδί μιας λαϊκής οικογένειας, με κάποιον τρόπο αποξενώνεται από την οικογένεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έρχεται σε συναισθηματική ρήξη με τους προγόνους του. Η διαφορετική γλώσσα που χρησιμοποιεί, ακόμη και η διαφορετική προφορά (εάν προέρχεται από περιοχή με τέτοια ιδιαιτερότητα στην εκφορά του λόγου), τα διαφορετικά γούστα που αναπτύσσει, οι διαφορετικές παρέες και τα διαφορετικά ήθη που αποκτά τον κάνουν να μοιάζει, αλλά και να αισθάνεται, ξένος από την οικογένεια καταγωγής του.
      Αρχίζει να ακολουθεί τα ήθη των αστών, που ίσως κάποτε να γίνονταν αντιληπτοί ως εχθροί της οικογένειας εξαιτίας της κοινωνικής καταπίεσης. Ταυτόχρονα, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο De Gaulejac, o νέος που καταφέρνει να ανέλθει κοινωνικά, μπορεί να αισθάνεται ντροπή για οποιαδήποτε συνήθεια-καρπό της οικογένειας, αφού η πολιτισμική παραγωγή των αστών έχει επιβληθεί ως συνώνυμη του καλού γούστου. Καθώς, όπως επισημαίνει ο Κονδύλης, στην Ελλάδα δεν είχαμε την αστική τάξη που υπήρχε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το πρότυπο του αστού είναι και αυτό ξενόφερτο. Μία συνέπειά αυτής της πολιτισμικής επιβολής είναι η αντιγραφή των ηθών της άρχουσας τάξης, μία κακογραμμένη αντιγραφή που την είδαμε σε μεγάλη έκταση ως φαινόμενο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από τον γρήγορο νεοπλουτισμό και την υπερκατανάλωση. 
 
      Αυτή την σύγκρουση, λοιπόν μεταξύ της επιθυμίας ανόδου και ενοχής, είναι που ο συγγραφέας ονομάζει ταξική νεύρωση. Η νεύρωση άλλωστε αυτό σημαίνει και σε ατομικό επίπεδο, την σύγκρουση της επιθυμίας και του υπερεγώ (δηλ. του συνόλου των κανόνων που έχουν ενδοβληθεί και προέρχονται από την οικογένεια και την κοινωνία).
 
      Τα υποκείμενα που υφίστανται αυτόν τον εσωτερικό περιορισμό, ο οποίος μπορεί επίσης να προέρχεται και από το διαφορετικό σχέδιο μέλλοντος ή κοινωνικής προέλευσης των δύο γονιών, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να διατηρούν το υπάρχον status-quo, και να το διαιωνίζουν. Οι συνέπειες δηλαδή μίας τέτοιας άλυτης εσωτερικής σύγκρουσης είναι ο συντηρητισμός.
 
      Οι τεχνικές που ασυνείδητα χρησιμοποιούνται από αυτά τα υποκείμενα είναι πολλές. Η βασικότερη όλων είναι ότι αποδίδουν το μέλλον τους στη μοίρα. (βλ. παλαιότερο άρθρο για την κοινωνική απόδοση). Η απουσία πίστης ότι έχουν τη δύναμη να αλλάξουν το ριζικό που τους κληρονοδοτείται τους προφυλλάσσει από την ανάληψη της ευθύνης στο να αντιμετωπίσουν μία τέτοια ασυνείδητη σύγκρουση. Η απουσία πίστης στην ατομική χάραξη πορείας, στον έλεγχο του μέλλοντος που οδηγεί στην επι-τυχία, μεταμορφώνει αυτά τα υποκείμενα σε έρμαια θύματα όσων κατέχουν τις υψηλότερες κοινωνικές θέσεις. Οδηγεί επίσης και σε μία παθητική στάση απέναντι στη ζωή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μετατροπής των ανέργων σε στρατευμένους ανέργους που στηριζόμενοι μόνο και μόνο στην ανάγκη πέφτουν στον βωμό της όποιας πολυεθνικής ή του όποιου εργοδότη για να εισπράξουν μόνο ένα πιάτο φαγητού προσφέροντας ατελείωτες ώρες εργασίας και σχεδόν το σύνολο του χρόνου τους.  Η απουσία ελεύθερου από εργασία χρόνου αποτελεί άλλωστε και έναν πολύ καλό τρόπο για να μην υπάρξει ποτέ η ευκαιρία αναστοχασμού της ζωής και της καθημερινότητας και δυνατότητα αλλαγής της.
 
      Στον αντίποδα αυτών των περιπτώσεων, η ταξική νεύρωση μπορεί να εμφανιστεί υπό το ένδημα της εργασιομανίας και ενός συνεχούς αγώνα για χρήμα και δόξα. Το υποκείμενο σε αυτή την περίπτωση αφιερώνει όλο του το είναι στον στόχο της κοινωνικής ανόδου θυσιάζοντας την προσωπική ζωή, την ουσιαστική επαφή με τον εαυτό του και τους άλλους. Απομονώνεται και το μόνο που κάνει είναι να δουλεύει σκληρά. Χρειάζεται δηλαδή να αποδείξει τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους τη θέση που κερδίζει. Ο συνεχής αγώνας του χρήματος (βλ.για τον συμβολισμό του χρήματος) θα μπορούσε να ερμηνευτεί και υπό αυτό το πρίσμα, ως μία φαλλική αναζήτηση (μία αναζήτηση δύναμης).
 
      Είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση το υποκείμενο υποφέρει, όπως υποφέρει κάθε νευρωτικός που δεν καταφέρνει να φέρει σε ισορροπία τις δύο αντίθετες δυνάμεις που εμπεριέχει η σύγκρουση.
       Η ψυχοθεραπεία καταφέρνει να εξισορροπήσει αυτή την ένταση και να ελευθερώσει το υποκείμενο από την σύγκρουση. Ταυτόχρονα, αν τη δούμε και μέσα από ένα μακρο-κοινωνικό πρίσμα, μπορεί να επιφέρει αλλαγές και στο ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά ξέρω εκ των προτέρων ότι θα βρεθούν αρκετοί να αμφισβητήσουν αυτή την πρόταση....  


Αθήνα 1993