Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Σκιαγραφώντας το προφίλ του εξαρτημένου και της οικογένειάς του


(Εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 14 Μαΐου 2011, στην Εταιρεία Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας)

 
Από την αρχή των σπουδών μου είχα ένα σοβαρό δίλημμα επιλογής ανάμεσα στην κοινωνική και την κλινική ψυχολογία. Ένα σοβαρό γνωστικό αλλά και ιδεολογικό πρόβλημα μπορεί να προκύψει μέσα από τον ψυχολογισμό, αλλά και μέσα από τον κοινωνιολογισμό εφόσον αυτοί γίνονται μονομερώς. Ευτυχώς, στην πορεία της δουλειάς, το δίλημμα φάνηκε να ελαχιστοποιείται, καθώς η κλινική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων έδωσε τη λύση.
Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης βρίσκεται ακριβώς στον κόμβο συνάντησης της ατομικής παθολογίας και της κοινωνικής δυσφορίας. Η τοξικομανία δεν μπορεί να καταταχθεί ως ψυχική ασθένεια, καθώς πρόκειται για μια πρακτική και δεν αφορά μόνο το ίδιο το άτομο αλλά και το μάκρο- και μίκρο- κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι, η τοξικοεξάρτηση δεν μπορεί να μελετηθεί παρά μόνο μέσα από μία μία διυποκειμενική θεώρηση και διεπιστημονική προσέγγιση.
Μετά από την δεκαετή εμπειρία σε διάφορα πλαίσια (Σύλλογος Αντιμετώπισης Εξαρτημένων, Πρόγραμμα απεξάρτησης  εφήβων δήμου Καλλιθέας ΘΗΣΕΑΣ, ΟΚΑΝΑ, φυλακές Κορυδαλλού) με το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης γεννιέται το ερώτημα αν μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του εξαρτημένου και της οικογένειάς του.
Η αλλαγή που διαφαίνεται μέσα στην εξάρτηση, κάνει συχνά τους  γονείς του εξαρτημένου και γενικά το περιβάλλον του, να μιλούν για ένα «άλλο παιδί», για μία αλλαγή προσώπου και χαρακτήρα. Έτσι, προσπαθώντας να σκιαγραφήσουμε το πορτραίτο του τοξικοεξαρτημένου, πρέπει να κινηθούμε σε δύο επίπεδα. Σε ένα πριν την εγκατάσταση της εξάρτησης και σε αυτό που εμφανίζεται μετά.
Θα ξεκινήσουμε από το δεύτερο γιατί είναι πιο ομοιογενές, καθώς εκεί μας επιτρέπεται να μιλήσουμε για ένα λιγότερο ή περισσότερο κοινό προφίλ.
Ο εξαρτημένος που είναι χρόνια στην εξάρτηση είναι ορατός από το περιβάλλον του, αλλά και από την κοινωνία. Αλλάζει η εμφάνισή του (η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά διαφαίνεται και από αυτοεπιθετικές  πρακτικές όπως είναι το piercing, τα τατουάζ, οι αυτοτραυματισμοί, αλλά και λιγότερο άμεσα επιθετικές, όπως είναι η παραμέληση του σώματος). Η εξωτερική εικόνα μπορεί να διαφέρει, αφού σχετίζεται με το κατά πόσο γίνεται ανεκτός από το οικογενειακό περιβάλλον, και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας.
Σε ψυχικό επίπεδο, από τα λεγόμενα των σημαντικών άλλων, εμφανίζεται ως αφερέγγυος και ανάξιος εμπιστοσύνης. Είναι αναβλητικός, λέει πολλά ψέμματα, χειριστικός στο περιβάλλον, θρασύδειλος, επιθετικός κυρίως προς την οικογένεια, παραβατικός, αναποφάσιστος, με τάση για θεωρία και καθόλου πράξη, απουσία ενδιαφέροντος πλην της  χρήσης, με ιδεοψυχαναγκαστική ενασχόληση με το σώμα, επιφανειακά κοινωνικός με άλλους χρήστες εξαιτίας της ουσίας, πολυμήχανος.
Σταδιακά, μέσα στη χρήση, βλέπουμε να χάνεται η αναπαραστασιακή του ικανότητα. Έτσι, τόσο η σκέψη του, όσο και η συμπεριφορά του γίνονται μηχανιστικές, στερημένες από φαντασία, μεταφορά και συναισθηματικές αποχρώσεις. ‘Οπως μας λέει, στο σημείο αυτό ο Γ. 26 ετών εξαρτημένος σε θεραπεία: «Η λήψη των διαφορετικών ουσιών ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία γιατί μπορούσα να νοιώθω πολλά διαφορετικά συναισθήματα που δεν τα είχα αισθανθεί ποτέ»...
Το αναπαραστασιακό κενό έρχεται να αναπληρώσει το σύμπτωμα του σώματος. Το σώμα πονάει, μιλάει-μέσα από αντικείμενα και πρακτικές, προκαλεί. Αλλά και η ίδια η λήψη της ουσίας έχει να κάνει με μία πρακτική που εμπλέκει το σώμα.  Όπως μας λέει ο Γρ. Αμπατζόγου, η χρήση ουσιών δημιουργεί μία σχέση σώμα με σώμα (το σώμα του εξαρτημένου με το σώμα της ουσίας).
Εκτός όμως από τη σωματοποίηση, ο εξαρτημένος είναι επιρρεπής στον παρορμητισμό του. Παρορμητικός, αλλά όχι αυθόρμητος. Η παρορμητική του συμπεριφορά τον φέρνει συχνά αντιμέτωπο με πολλαπλά προβλήματα.
Η οικογένεια που έχει χτυπηθεί από τη μοίρα της εξάρτησης ενός μέλους της εμφανίζεται καταθλιμμένη και αδύναμη να στηριχθεί και να στηρίξει το μέλος της. Διακατέχεται από έντονα συναισθήματα άγχους, τη συνεχή της αγωνία απέναντι στο ενδεχόμενο του θανάτου, αλλά και των νομικών προβλημάτων που σχετίζονται με την εξάρτηση. Από την άλλη, αισθάνεται την τοξικοεξάρτηση του μέλους της ως  κοινωνικό στίγμα για το οποίο ντρέπεται πολύ. Ως αποτέλεσμα αυτού του στιγματισμού κλείνεται στον εαυτό της και διακατέχεται από κρυψίνοια. Δεν γνωρίζει πως να φερθεί στον εξαρτημένο. Δεν είναι σταθερή. Δοκιμάζει διάφορους τρόπους χωρίς να υπάρχει συνέπεια ως προς τη διατήρηση και επιλογή κάποιου από αυτούς, λένε: «έχουμε δοκιμάσει τα πάντα μαζί του, αλλά τίποτα δεν κατάφερε να τον αποτρέψει από τη λήψη ουσιών». Παρακολουθούν τον εξαρτημένο και εμπλέκονται στο παιχνίδι των ουσιών, προσπαθώντας να μάθουν τι προκαλλεί η μία ουσία, ή η άλλη. Ψάχνουν τα προσωπικά του αντικείμενα. Η ανησυχία είναι μόνιμη για τη μοίρα του μέλους. Τα αδέρφια εκφράζονται συνήθως με θυμό.
Τέλος, αυτό που είναι χαρακτηριστικό στην Ελλάδα και εξαιρετικά σημαντικό, είναι ότι ο εξαρτημένος μένει σχεδόν πάντα στην πατρική εστία-σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανομοιογένεια ως προς αυτό το σημείο.
Υπήρξε η υπόθεση ότι η τοξικοεξάρτηση έχει βιολογικό υπόβαθρο. Όμως, τόσο η πολυτοξικομανία, όπως τονίζει η Κ. Μάτσα, όσο και η κλινική παρατήρηση του περιβάλλοντος του εξαρτημένου, φαίνεται να την καταρρίπτουν.
Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης πρέπει να το δούμε ως  παράδοξο σύμπτωμα που αφενός διατηρεί την παθογόνο τάξη, αλλά ταυτόχρονα την ταράζει, ως σήμα κινδύνου, προκειμένου να επέλθει η αλλαγή της. Σήμα κινδύνου για την κοινωνική δυσφορία, αλλά και για την οικογένεια.

Η τοξικοεξάρτηση συχνά ιατρικοποιείται. Είναι εύκολο αυτό, καθώς το σώμα εμπλέκεται και η εξάρτηση δημιουργεί σωματικές αντιδράσεις. Όμως, η εξάρτηση δεν συνεχίζεται επειδή το σώμα δεν αντέχει την στέρηση της ουσίας, αλλά η ψυχή. Κι αυτό αποδεικνύεται από τις πολλαπλές πετυχημένες προσπάθειες σωματικής απεξάρτησης, μέσα από κλινικές, εκούσιο ή ακούσιο εγκλεισμό του εξαρτημένου στο σπίτι, πρακτικές όπως η μετάγγιση, αλλαγή αίματος κλπ.  Το σώμα που δεν λαμβάνει την ουσία, πάσχει σα να περνάει μία γρίπη, μία βαριά ίωση. Μετά, όμως, βλέπουμε ότι ο απεξαρτημένος σωματικά επιστρέφει στην ουσία, καθώς ψυχικά είναι ακόμη παγιδευμένος μέσα στον ιστό της ψυχικής εξάρτησης.
Δεν θα επικεντρωθώ στο μάκρο-κοινωνικό, ούτε στην πολιτική οικονομία της εξάρτησης,  καθώς δεν διαθέτω επιστημολογικά τα εργαλεία, που διαθέτει ένας κοινωνιολόγος ή ένας ανθρωπολόγος. Εντούτοις, είναι κραυγαλέο σήμερα το παράδοξο μιας πολιτείας που ενδιαφέρεται για την απεξάρτηση του εξαρτημένου, όταν η ίδια είναι αιχμάλωτη της δικής της εξάρτησης (οικονομικής για παράδειγμα).

Η έρευνα
Με την απορία αν υπάρχουν κάποιες κοινές γραμμές που να μπορούν να βοηθήσουν στην σκιαγράφηση του/των προφίλ των εξαρτημένων και των οικογενειών τους πριν την εγκατάσταση της εξάρτησης,  σκέφτηκα να κάνω μία έρευνα εστιασμένη στην οικογένεια του εξαρτημένου, μέσα από τις τεχνικές του γενεογράμματος και της αφήγησης ζωής.  
Το πλαίσιο
Ο μεγαλύτερος όγκος αυτής της έρευνας, που συνεχίζεται και σήμερα στο γραφείο μου με περιστατικά τοξικοεξαρτημένων, διεξήχθη κατά τη διάρκεια 1997-2004, όταν βρισκόμουν στον Σύλλογο Αντιμετώπισης Τοξικοεξάρτησης,  με κύριο αντικείμενο τη θεραπεία σε ομάδα γονέων, κυρίως, εξαρτημένων. Ο σύλλογος είχε φτιαχτεί το 1982 από γονείς και άλλα μέλη της οικογένειας των εξαρτημένων με στόχο την μεταξύ τους στήριξη για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Εκείνη την εποχή, οι λιγοστές υπάρχουσες δομές απεξάρτησης δεν δέχονταν μέλη οικογένειας εξαρτημένων, εφόσον οι εξαρτημένοι δεν ήταν ενταγμένοι στο πρόγραμμά τους. Έτσι, το κενό αυτό ήρθε να καλύψει αυτή η δημιουργία του συλλόγου που είχε ως κύριο μέλημα το να βρουν οι γονείς τον τρόπο να πείσουν τα παιδιά τους να ξεκινήσουν θεραπεία σε ένα πρόγραμμα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό, ότι μόλις οι δομές των προγραμμάτων ενέταξαν τις ομάδες ευαισθητοποίησης και θεραπείας των γονιών, χωρίς απαραίτητα το εξαρτημένο μέλος να είναι ενταγμένο στο πρόγραμμα, ο σύλλογος εξασθένισε και έπαψε να υπάρχει ως τέτοιος, μέσα από την αφομοίωσή του από το δημοτικό πρόγραμμα εφήβων Καλλιθέας «ΘΗΣΕΑΣ».  Στην αφομοίωση αυτή βοήθησε τότε ο Στ. Κρασανάκης, επιστημονικός υπεύθυνος του ΘΗΣΕΑ, που έδωσε μία θέση στον σύλλογο που, λόγω των σοβαρών του οικονομικών προβλημάτων, κινδύνευε να αφήσει άστεγα τα μέλη του.
Ως εκείνη τη στιγμή, το ιστορικό των νέων μελών κατέγραφε κοινωνικά και δημογραφικά στοιχεία. Μέσα από μία ανάγνωσή τους, δεν βλέπαμε κοινές συνιστώσες. Μάλιστα, ήταν μία μικρογραφία των δημογραφικών στοιχείων του συνολικού πληθυσμού: Οι περισσότεροι από τους γονείς ήταν απόφοιτοι λυκείου, μικροαστικών και μέσων στρωμάτων με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις πολύ ευκατάστατων και προλεταρίων. Η συντριπτική τους πλειοψηφία κατοικούσε στην Αθήνα (αφού εκεί ήταν και η έδρα του συλλόγου) ενώ η συντριπτική πλειοψηφία προερχόταν από την επαρχία. Το ποσοστό των διαζυγίων συνέπιπτε με αυτό του γενικού πληθυσμού.

Δείγμα
Συνολικά, η έρευνα που παρουσιάζεται εδώ, μέσα από τις αφηγήσεις ζωής και τα γενεογράμματα συμπεριέλαβε 75 υποκείμενα.  Στη μεγάλη πλειοψηφία τους επρόκειται για γονείς των εξαρτημένων (μόνο δύο δεν ήταν-ένας σύζυγος, και μία αδερφή) και κυρίως μητέρες (73%). Στις περιπτώσεις που και οι δυο γονείς ήταν μέλη του συλλόγου, τότε και οι δύο βρίσκονταν στο δείγμα (περίπου 20%).

Η διαδικασία-μεθοδολογία
Μετά από κάποια δημογραφικά στοιχεία, το κάθε υποκείμενο έφτιαχνε το γενεόγραμμά του. Τα στοιχεία που του ζητήθηκε να συμπεριλάβει σε αυτό ήταν, τα μικρά ονόματα των μελών της οικογένειας (για να ελέγξουμε τυχόν ταυτίσεις ή άλλες δυναμικές που σχετίζονται με το όνομα), την σήμανση κάποιας ιδιαιτερότητας σε κάποιο μέλος της οικογένειας ή σε κάποια σχέση (υποκειμενικός παράγοντας), οι τόποι καταγωγής των (για να δούμε τις πολιτισμικές επιδράσεις και τη δυναμική που υπήρχε σε αυτές). Μετά, εκλήθησαν να αφηγηθούν την ιστορία της οικογένειας.
Τέλος, έπρεπε να αφηγηθούν μέσα σε μάξιμουμ 40 λεπτά την δική τους ιστορία. Επρόκειτο στην ουσία για μία κλινική ακρόαση χωρίς καμία παρέμβαση. Σημειώνονταν τα πάντα, ακόμη και τα επιφωνήματα.

Αποτελέσματα
Παρόλο που η διαδικασία με το κάθε υποκείμενο είχε διάρκεια, έγινε δεκτή με ικανοποίηση από όλους.
Από αυτούς, το 60% είχαν έλλειψη ή ανεπάρκεια γονεϊκής παρουσίας, ή ήταν μέλη πολυμελούς οικογένειας (άρα είχαν ανεπάρκεια μητρικής φροντίδας).
Στην πραγματικότητα, φάνηκε αργότερα, μετά το πέρας αυτής της έρευνας, ότι η γονεϊκή ανεπάρκεια υπάρχει πάντα μέσα στο βίωμα ενός από τους δυο γονείς και αφορά κυρίως στις μητέρες-χωρίς να λείπουν και οι περιπτώσεις των αντρών-πατεράδων.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα είτε την υπεραναπλήρωση μέσα από τη σχέση που έφτιαξαν με το παιδί τους, είτε δημιούργησε το κλίμα της δικής τους γονεϊκής ανεπάρκειας, απουσία ταυτισιακού μοντέλου.
Είναι πάρα πολύ συχνό στα αυτιά μας αυτό που λένε οι γονείς του εξαρτημένου ότι τα είχε όλα. Δεν του έλειψε ποτέ τίποτα. Στην περίπτωση που η οικογένεια είχε σχετική οικονομική άνεση, αυτή η απουσία της έλλειψης αφορά κυρίως στα υλικά αγαθά, στην κατανάλωση. Απουσία του γονεϊκού μοντέλου, αυτοί οι γονείς, έμαθαν να δηλώνουν τα συναισθήματά τους με τα χρήματα και την κατανάλωση. Σε περίπτωση απουσίας οικονομικής δυνατότητας, το "τα είχε όλα," αναφέρεται σε «υπερβολική αγάπη», με πολλά αιμομικτικά και συγχνωνευτικά στοιχεία, που είτε υπονοούνταν, είτε εκδηλώνονταν μέσα από συμπεριφορές.
Το σημείο αυτό έρχεται να υποβοηθήσει η δυσλειτουργική σχέση του ζεύγους. Παρόλο που μόνο στο 15% (17% εκείνη την περίοδο το ανάλογο ποσοστό του γενικού πληθυσμού) υπήρχε διαζύγιο, οι περισσότερες σχέσεις ήταν απονεκρωμένες, συμβατικές, χωρίς απόλαυση. Οι κακοποιήσεις μέσα στην οικογένεια αποτελούσαν περίπου το 20% των περιπτώσεων και στρέφονταν κυρίως από τον πατέρα προς τη μητέρα αλλά και τα παιδιά. Το ποσοστό του 40% των γάμων αυτών αναφέρεται ότι έγιναν υπό πίεση της οικογένειας. Άρα, ήδη έχουμε μία κακή αρχή σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτών των οικογενειών.

Σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων, οι πατεράδες ήταν ουσιαστικά απόντες. Είτε ήταν αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την κακή σχέση με τη σύζυγο, είτε οι ίδιοι εξαρτημένοι, είτε εξαιτίας μεγάλου φόρτου εργασίας κι άλλων ψυχικών παραγόντων που τους εξασθενούσαν στον ρόλο τους στην οικογένεια, άφηναν την ευθύνη της οικογένειας στη σύζυγο-μητέρα του εξαρτημένου. Δεν λείπουν οι αφηγήσεις για συζύγους-πατέρες οξύθυμους και βάναυσους, που δηλώνεται τόσο μία τάση για δημιουργία ψυχοπαθητικών συμπεριφορών στα παιδιά, όσο και η δική τους ψυχική ευθραυστότητα.

Παρόλα αυτά, στην πλειοψηφία τους τα ζευγάρια αυτά δεν χωρίζουν. Κάθονται μαζί, έχοντας φτιάξει έναν ισχυρό δεσμό εξάρτησης, όπου οι ρόλοι θύτη-θύματος εναλλάσσονται και οι σχέσεις τους κυμαίνονται από την παγερή αδιαφορία ως την λιγότερο ή περισσότερο έκδηλη εχθρότητα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι δύο γονείς, κυρίως οι μητέρες, φτιάχνουν συμμαχίες με τα παιδιά τους. Αυτές οι συμμαχίες ισχυροποιούνται από μυστικά αλλά και τις εξομολογήσεις των συζυγικών προβλημάτων τους με τα παιδιά. Η φυσική τάση μανιχαϊστικής λογικής των παιδιών, ενισχύεται ακόμη περισσότερο μέσα σε αυτή τη δυναμική, όπου ο ένας ο  γονιός εμφανίζεται ως ο καλός και ο άλλος ως ο κακός.     

Αυτό που περιγράφεται είναι ένα μέσο κοινό προφίλ, που απαντήθηκε στις περισσότερες των περιπτώσεων. Εντούτοις, έχουμε και λιγότερες περιπτώσεις γονεϊκής φυσικής απουσίας, που οφείλονταν είτε σε θάνατο που ήρθε πρόωρα στη ζωή του παιδιού, είτε σε εγκλεισμό του γονιού σε κάποιο ίδρυμα, είτε σε παντελή απουσία εξαιτίας λόγων επιβίωσης-π.χ. μετανάστευση των γονέων για εργασία, χωρίς τα παιδιά τους. 
Ένα άλλο πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι στο 70% των περιπτώσεων έχουμε μία μετανάστευση της οικογένειας-γονέων ή παπούδων- για λόγους επιβίωσης. Έτσι, έχουμε την επιβάρυνση δύο ακόμη παραγόντων: την βίαιη αποκόλληση από την πατρίδα-που εμφανίζεται εξιδανικευμένη μεν στις αφηγήσεις τους, αλλά και ως μάνα-γη που δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της,  και το μοντέλο του επιζήσαντα. Η αναζήτηση της επιβίωσης φαίνεται να διατρέχει όλη τη γενιά, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν πια οι ιδιαίτεροι λόγοι εκείνων των πρώτων πρωταγωνιστών. Λειτουργεί ως συλλογική μνήμη, όντας μία οικογενειακή μυθολογική αναφορά. Ως συνέπεια αυτού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα μέλη της οικογένειας έχουν εκπαιδευτεί να προσανατολίζονται κυρίως σε πρακτικά θέματα της καθημερινότητας, ενώ οι πρωτογενείς διεργασίες (φαντασία, συναισθηματική έκφραση, περιέργεια για το καινούριο κ.ά) έχουν ελλειπώς αναπτυχθεί. Έτσι, η επικοινωνία μέσα στην τοξικογενή οικογένεια είναι ρηχή συναισθηματικά και μάλλον είναι στραμένη προς την ανάγκη, εις βάρος της επιθυμίας.

Από την μεγάλη αυτή συχνότητα που απαντιέται η μετανάστευση ως βίαιη ρήξη με τον γενέθλιο τόπο ως αποτέλεσμα της ανάγκης για επιβίωση, υποθέτουμε ότι τα παιδιά των μεταναστών που έφτασαν στην Ελλάδα πριν από 20 χρόνια, αποτελούν μία ομάδα υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη εξαρτητικών συμπεριφορών.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, αναφέρθηκαν αναπάντεχοι θάνατοι, από ατυχήματα,εξαρτήσεις, σε γέννα κλπ. Τα γεγονότα αυτά έχουν σημαδέψει την οικογένεια στο σύνολό της, ενώ σε πάρα πολλές περιπτώσεις το όνομα του νεκρού έχει δοθεί στον εξαρτημένο, ως αυτός να καλείται να συνεχίσει την πορεία του. Σε αυτές τις περιπτώσεις θανάτων και απώλειας, βλέπουμε μέσα από τις αφηγήσεις ότι το πένθος δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς συνέπεσαν κι άλλα γεγονότα της ζωής της οικογένειας, όπως θέματα επιβίωσης εξαιτίας σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, ή, γέννησης ενός νέου οικογενειακού μέλους, ή στροφής προς διεξόδους αποφυγής του πόνου-όπως είναι το παράδειγμα του αλκοολισμού. ΄Ετσι, ο νεκρός συνεχίζει να στοιχειώνει την οικογένεια και εμφανίζεται συνεχώς ως φυσσαλίδα μέσα από το οικογενειακό ασυνείδητο σε κάθε ευκαιρία. Η τοξικομανία υπό αυτό το πρίσμα δίνει την ευκαιρία τόσο στο ίδιο το μέλος, όσο και στην οικογένεια να επεξεργαστεί το πένθος, καθώς είναι συνεχώς αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο του θανάτου.

Μόνο που ο τοξικομανής δεν θέλει να πεθάνει, όπως υποστηρίζουν πολλοί κλινικοί. Θέλει μόνο να μην αισθάνεται δυσφορία. Προκαλεί ένα συναισθηματικό θάνατο, μία νάρκωση του συναισθήματος και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση της νιρβάνας, όπου απουσιάζει κάθε έλλειψη. Βουλώνει το κενό του, που ταυτόχρονα αναφέρεται στο κενό από το ανεπίλυτο πένθος όλης της οικογένειας αλλά και το κενό στο επίπεδο των αναπαραστάσεων και των φαντασιώσεων-που θα βοηθούσαν στην επίλυση των προβλημάτων μέσω του ψυχικού μεταβολισμού.

Στις μισές περιπτώσεις (εξαιρετικά υψηλό ποσοστό, συγκριτικά με τον υπόλοιπο πληθυσμό) έχουμε στην οικογένεια τουλάχιστον ένα μέλος που αντιμετωπίζει, ή αντιμετώπιζε πρόβλημα εξάρτησης. Η εξάρτηση αυτή μπορεί να μην σχετίζεται με την ηρωίνη πάντα, αλλά και με άλλα πάθη-ενσωμάτωσης ή όχι- όπως είναι το αλκοόλ, ο τζόγος, το φαγητό, η υπερκατανάλωση.  Και αυτό το εύρημα φαίνεται να είναι αρκετό για να δείξει ότι η τοξικοεξάρτηση δεν είναι μία βιολογική συνέπεια- ένα γονιδιακό αποτέλεσμα-αλλά μία πρακτική που έχει εγκατασταθεί μέσα από καταστάσεις οικείες και μέσα από ταυτισιακές διαδικασίες.

Κοντά στο 30% (έναντι του 20% του ανάλογου στο γενικό μαθητικό πληθυσμο) των περιπτώσεων αναφέρεται μία μαθησιακή δυσκολία στις πρώτες τάξεις του σχολείου. Οι περιπτώσεις αυτές  είχαν  παραμείνει χωρίς διάγνωση για πολλά χρόνια (ή για πάντα). Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία του σχολικού περιβάλλοντος ως ένας από τους πρωταρχικούς χώρους κοινωνικοποίησης. Τα παιδιά αυτά, λόγω των μαθησιακών δυσκολιών τους και λόγω της αδυναμίας του πλαισίου να τα βοηθήσει-τα ίδια και τις οικογένειές τους- τα περιθωριοποίησε, καθώς στιγματίστηκαν τόσο ως «τεμπέληδες», όσο και ως αδιάφοροι, κακοί μαθητές. Το κόστος αυτής της αποτυχημένης ένταξης φαίνεται να είναι τεράστιο στην αυτοεκτίμηση της παιδικής ψυχής που στρέφει το υποκείμενο σε μία θέση περιθωρίου εξαρχής.

Μία άλλη πολύ σημαντική πληροφορία που λάβαμε από τα γενεογράμματα είναι η ύπαρξη ενός μυθικού προσώπου (συνήθως πρόκειται για τον παπού από τον οποίο έχει πάρει το όνομα το εξαρτημένο μέλος) ο οποίος έχει τον ρόλο του ήρωα, ή μάλλον του αντι-ήρωα. Ακόμη κι αν δεν τον έχει γνωρίσει το ίδιο το υποκείμενο, οι ιστορίες που αναφέρονται σε αυτό το πρόσωπο με δραματικό τρόπο, του δίνουν μία εξέχουσα θέση στην ιστορία της οικογένειας. Συνήθως αυτό το ηρωικό πρόσωπο είναι αντάρτης. Είτε πράγματι είχε λάβει μέρος στο αντάρτικο, είτε εκδήλωνε συμπεριφορές ανταρσίας απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο. Συχνά είχε φυλακιστεί, εξοριστεί. Ενίοτε είχε πεθάνει εξαιτίας αυτής της επιλογής του.

Θεωρούμε ότι δεν είναι μικρό και το ποσοστό του 10% που εμφανίστηκαν αυτοκτονίες μέσα στην οικογένεια. Αν λάβουμε υπόψη μας αυτό το ποσοστό, τότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η πρακτική της τοξικοεξάρτησης συνδέεται άμεσα με μία αυτοκτονική συμπεριφορά, έχοντας ωστόσο σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Το ποσοστό της βίας μέσα στην οικογένεια, εμφανίζεται σε ποσοστό κοντά στο 25%. Στην περίπτωση όμως που το εξαρτημένο μέλος είναι κορίτσι-πολύ πιο σπάνιο, καθώς τα κορίτσια εμφανίζουν εξαρτητική συμπεριφορά που σχετίζεται περισσότερο με τη λήψη φαγητού-το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 75%. Στις περιπτώσεις των κοριτσιών εξαρτημένων από ουσίες, είναι πολύ συχνά τα γεγονότα σεξουαλικής κακοποίησης από πρόσωπα συνήθως φιλικά προς την οικογένεια ή συγγενείς. Στην περίπτωση των κοριτσιών φαίνεται η τοξικομανιακή πρακτική  να σχετίζεται με μία αυτοκαταστροφική διάθεση απέναντι στο σώμα που συμμετείχε στην αποπλάνηση. Το μπέρδεμα προκύπτει από τον ερεθισμό που προκλήθηκε στις ερωτογενείς ζώνες και την ευχαρίστηση που τον συνόδεψε που σε συνδυασμό με την αιμομικτική παραβίαση δημιουργεί αφόρητη ενοχή.    
Βρήκαμε επίσης, κι ένα ποσοστό 10% περίπου, που αφορά σε μία σοβαρή ασθένεια ή κίνδυνο θανάτου, που πέρασε ο εξαρτημένος ως παιδί, ή κάποιος αδερφός. Και στις δύο περιπτώσεις, η οικογένεια θορυβείται και υπερπροστατεύει το μέλος της. Αν η ασθένεια του παρελθόντος είχε πλήξει τον σημερινό εξαρτημένο, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ίδιος συνεχίζει το ρόλο του «αρρώστου», του ασθενούς με το πονεμένο σώμα. Αν η ασθένεια είχε πλήξει κάποιον/α αδελφό/ή, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αδελφική αντιζηλία μπορεί να έπαιξε τον ρόλο της στην εγκατάσταση της εξάρτησης, καθώς αποτελεί ένα μέσο έλξης του ενδιαφέροντος της οικογένειας στο άτομό του. 

Συμπεράσματα
Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης είναι πολυπαραγοντικό. Πολλοί δοκιμάζουν κάποια ουσία αλλά λίγοι είναι αυτοί που γίνονται εξαρτημένοι. Τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να τα δούμε συνδυαστικά. Όσο περισσότεροι παράγοντες προστίθενται, τόσο μεγαλώνει η επικινδυνότητα για τη γένεση της τοξικοεξάρτησης.

Από την άλλη, πολλά από τα παραπάνω, βρίσκουν και το νόημά τους μέσα από τον συνδυασμό, καθώς, για παράδειγμα, η βίαιη μετανάστευση και η απουσία της μητρικής φροντίδας, ίσως να μην είχαν το αντίκτυπό τους από μόνες τους. Η απουσία της μητρικής φροντίδας στον γενέθλιο τόπο μπορεί να ανήκει στην κοινωνική πραγματικότητα του τόπου και το κενό αυτό να το καλύπτει η κοινότητα, πράγμα που δεν γίνεται με τη μετανάστευση στη μεγάλη πόλη.

Τα παραπάνω στοιχεία θα είχαν περισσότερο νόημα, αν τα βλέπαμε σε συνδυασμό με τα ποσοστά του λοιπού πληθυσμού, που δυστυχώς δεν είχαμε για όλα τα ποσοτικά ευρήματα.


Ωστόσο μπορούμε να προχωρήσουμε σε κάποια συμπεράσματα για την καλύτερη κατανόηση της τοξικοεξάρτησης, πράγμα που θα βοηθήσει στην κλινική αντιμετώπισή της.
Φαίνεται ότι η τοξικοεξάρτηση έρχεται να αναχαιτήσει την υποκειμενοποίηση, την εξατομίκευση του υποκειμένου. Ως απόστολος όλης της οικογένειας δηλώνει ότι αυτό είναι και η επιθυμία όλης της οικογένειας. Πρόκειται για το εξιλαστήριο θύμα τόσο της οικογένειας όσο και της κοινωνίας που λαμβάνει όλη την επιθετικότητά της προκειμένου να διαφυλάξει τη συνοχή και την παθολογική δυναμική της.

Η τοξικομανία δεν είναι ασθένεια με την κλινική έννοια. Πρόκειται για μία πρακτική που διακατέχεται από μία στοματική απληστία για ενσωμάτωση με την ουσία. Η ουσία, εμφανίζεται ως η κακή τροφή-ανάλογη με το δηλητηριασμένο μήλο της Χιονάτης. Η τροφή σχετίζεται με τη μητέρα, ενώ η κακή τροφή μάλλον με τη μητέρα που απουσιάζει, το «νεκρό σώμα» της μητέρας.

Ανάλογα με την τροφή, η ουσία καταναλώνεται, δίνει ευφορία, παρηγορεί τον ψυχικό πόνο ναρκώνοντάς τον (όπως το γάλα του βρέφους πριν τον ύπνο). Ταυτόχρονα δίνει την ψευδαίσθηση της βρεφικής ολότητας, που δεν αναγνωρίζει τα όρια του εαυτού και του άλλου. Ο άλλος δεν υπάρχει. Φυσικά δεν υπάρχει και η επιθυμία αφού δεν υπάρχει έλλειψη. Μόνο μετά το πέρας της ενέργειας της ουσίας, (ανάλογη με τη χώνευση) ξαναρχίζει η αναζήτησή της.

Η απόλυτη κυριαρχία της μητρικής λειτουργίας της τροφής φαίνεται να επιτρέπεται από την ανυπαρξία της πατρικής λειτουργίας. Ο πατέρας του εξαρτημένου εμφανίζεται ουσιαστικά απών, είτε λόγω δικής του εξάρτησης, φυγής, αδυναμίας. Είναι ο πατέρας χωρίς κύρος, που δεν οριοθετεί αλλά και δεν προστατεύει.

Στην πραγματικότητα η τοξικομανία αναφέρεται στην ελλειματικότητα της διαχείρισης της έλλειψης, στην αδυναμία πρόσληψης της ετερότητας. Από την άλλη, μέσα από τις αφηγήσεις ζωής και τα γενεογράμματα, η δυσκολία της αντίληψης της ετερότητας δεν είναι τίποτε άλλο από την αδυναμία της ανεύρεσης ταυτότητας και προσωπικού νοήματος ζωής. Η έλλειψη του νοήματος, της ουσίας, έρχεται να καλυφθεί από την ενσωμάτωση με την τοξική ουσία.
 Η αδυναμία της ταυτότητας του εξαρτημένου σχετίζεται με τις δυσκολίες που βρίσκει στο να ταυτιστεί με τους γεννήτορές του. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν απολαμβάνουν, με σχέσεις ρηχές συναισθηματικά, χωρίς κύρος (στα μάτια των παιδιών τους). Από την άλλη, βλέπουμε τον εξαρτημένο να υιοθετεί σχήματα συμπεριφοράς (patτerns) και να τα αναπαράγει.
Ταυτόχρονα, ανακάμπτεται και η σεξουαλική πλευρά της ταυτότητας καθώς παύει και η επιθυμία και καταστρέφεται το αντικείμενο. Το σεξ είναι μία μηχανιστική δραστηριότητα όπου ο άλλος δεν έχει πρόσωπο. Η επιθυμία έχει εξαφανιστεί καθώς έχει συγχωνευτεί με την επιθυμία της οικογένειας.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στην περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή ενοχή που αισθάνεται η οικογένεια για την τοξικοεξάρτηση του μέλους. Θα ήταν λάθος να ενοχοποιηθεί η οικογένεια. Είναι και αυτή θύμα των κοινωνικο-ιστορικών και πολιτισμικών παραγόντων που την διαμόρφωσαν.  Τα στοιχεία που περιγράφησαν αναφέρονται σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ίσως, στο πέρασμα των χρόνων να δούμε κάποιους από αυτούς τους παράγοντες να αλλάζουν, κάποιους να φεύγουν από τη λίστα των παραγόντων υψηλού κινδύνου και κάποιους νέους να προστίθενται. Η οικογένεια  είναι ο βασικότερος και μακροβιότερος θεσμός αλλά και φορέας της κοινωνίας και όπως λέει και ο Σιμωνίδης: «Πόλις άνδρα διδάσκει».

Η μακροχρόνια έρευνα με την ίδια μεθοδολογία, μπορεί να μας διαφωτίσει ως προς την επίδραση που μπορεί να έχει ο διαφορετικός χρόνος στο φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης. Επίσης, μία έρευνα σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς θα μπορούσε επίσης, να μας δώσει πολύ χρήσιμες πληροφορίες για την βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου λαμβάνοντας υπόψη τον παράγοντα της  πολιτισικής επίδρασης. Τα οφέλη τέτοιων συγκριτικών ερευνών θα ήταν πολύ μεγάλα για την κλινική και κοινωνική αντιμετώπιση της τοξικοεξάρτησης.

Στη δική μας περίπτωση, ο εξαρτημένος, ως άλλος τραγικός ήρωας, καλείται να διατρέξει όλες τις ηρωικές περιπέτειες, να παίξει σε ένα παιχνίδι με τον θάνατο προκειμένου να απελευθερωθεί (αν δεν τον νικήσει ο θάνατος) από τα δεινά της γενιάς του. Όμως ο ήρωας είναι πάντα απεσταλμένος. Ποτέ δεν δρα αυτόνομα. Έτσι, το τέλος της εξάρτησης θα σημασιοδοτηθεί από το πέρασμα από το ρόλο του ήρωα σε αυτόν του βασιλιά, δηλαδή να  γίνει κύριος του εαυτού του και να έχει τη δική του επιθυμία. Μιλάμε δηλαδή, για το πέρασμα από την ψευδο-αυτονομία που δίνει η ουσία στην πραγματική αυτονομία που δίνει η ενηλικίωση.